Σοβαρές ανισορροπίες στην ελληνική οικονομία

Πρώτη καταχώρηση: Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019, 13:43
Σοβαρές ανισορροπίες στην ελληνική οικονομία

Στη δημοσιότητα δόθηκε η έκθεση ενισχυμένης εποπτείας της Κομισιόν.

Στα συμπεράσματά της η έκθεση καταλήγει στη διαπίστωση ότι, παρά την πρόοδο που έχει σημειώσει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν ακόμα «υπερβολικές ανισορροπίες», όπως το υψηλό δημόσιο χρέος, η ανεργία και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

Η έκθεση καταλήγει στη διαπίστωση ότι, παρά την πρόοδο που έχει σημειώσει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν ακόμα «υπερβολικές ανισορροπίες»Σύμφωνα με την εφετινή έκθεση, στην οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά η Ελλάδα μετά την έξοδο από το μνημόνιο, τρεις χώρες αντιμετωπίζουν «υπερβολικές ανισορροπίες» (Ελλάδα, Κύπρος και Ιταλία) και 10 κράτη είναι αντιμέτωπα με «ανισορροπίες» (Βουλγαρία, Γερμανία, Ισπανία, Γαλλία, Κροατία, Ιρλανδία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Ρουμανία και Σουηδία).

«Ενώ το ύψος του δημόσιου χρέους παραμένει υψηλό, κατέχεται κυρίως από τους επίσημους πιστωτές και οι ανάγκες χρηματοδότησης θα είναι σχετικά χαμηλές για τουλάχιστον μία δεκαετία» αναφέρει η έκθεση, ενώ υπογραμμίζεται πως «ο ρυθμός μείωσης του χρέους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συνέχιση της επίτευξης των συμφωνηθέντων δημοσιονομικών στόχων και από την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων για τη δημιουργία βιώσιμης προοπτικής ανάπτυξης».

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι «υπερβολικές ανισορροπίες» της Ελλάδας «συνδέονται με το υψηλό δημόσιο χρέος, την αρνητική εξωτερική θέση, το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε ένα πλαίσιο υψηλής, αν και μειούμενης, ανεργίας και χαμηλής προοπτικής ανάπτυξης».

Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι «η Ελλάδα κατάφερε να βγει με επιτυχία από το πρόγραμμα στήριξης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας τον Αύγουστο του 2018, αφού προχώρησε σε σημαντικές βελτιώσεις τα τελευταία χρόνια», ωστόσο «εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες ανισορροπίες, συμπεριλαμβανομένης μιας εξαιρετικά αρνητικής διεθνούς θέσης στον τομέα των καθαρών επενδύσεων, η οποία εξακολουθεί να επιδεινώνεται εν μέσω μέτριας αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που παραμένει αρνητικό».

Σε ό,τι αφορά στον χρηματοπιστωτικό τομέα, σημειώνεται πως είναι «ευάλωτος λόγω ενός πολύ μεγάλου αριθμού μη εξυπηρετούμενων δανείων και χαμηλής κερδοφορίας, παρεμποδίζοντας την πιστωτική επέκταση και την ανάκαμψη των επενδύσεων», ενώ προστίθεται πως «το ιδιωτικό χρέος μειώνεται και η ενεργός απομόχλευση συνεχίζεται».

Οι «αριθμοί»

Αρχικά, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το Eurogroup θα βασιστεί στην έκθεση αυτή για να αποφασίσει αν θα ενεργοποιήσει τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους που αντιστοιχούν σε ποσό ύψους 970 εκατ. ευρώ. Αυτά περιλαμβάνουν τις επιστροφές των κερδών των ελληνικών ομολόγων που διακρατούν οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες (ΑΝFAs-SMPs) και την κατάργηση της προσαύξησης επιτοκίου από τα δάνεια του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕFSF).

Σε ό,τι αφορά στα δημοσιονομικά, η έκθεση τονίζει ότι η Ελλάδα είναι πιθανόν να έχει υπερβεί, για τέταρτη συνεχή χρονιά, τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος που είναι 3,5% του ΑΕΠ για το 2018 και πως ο ίδιος στόχος αναμένεται να επιτευχθεί και το 2019.

Συνεχίζοντας, η Κομισιόν επισημαίνει τους κινδύνους για την ανάκαμψη των επενδύσεων και τις εξαγωγικές επιδόσεις της Ελλάδας. Ένας βασικός κίνδυνος είναι το υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων, οι πιέσεις στις μισθολογικές αυξήσεις, αλλά και η παγκόσμια επιβράδυνση, ιδιαίτερα η επιβράδυνση στην ανάπτυξη της Ε.Ε.

Όσον αφορά στον χρηματοπιστωτικό τομέα, η Επιτροπή κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το πολύ υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων. «Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων συνεχίζεται, αλλά η υιοθέτηση εργαλείων για την επίλυσή τους υπολείπεται των προσδοκιών» αναφέρει η έκθεση. Το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώνεται σταδιακά, αλλά παραμένει υψηλό σε 85 δισ. ευρώ ή περίπου 47% του συνόλου των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων τον Σεπτέμβριο του 2018.

Σχετικά με τις συζητήσεις για το νέο σύστημα προστασίας της πρώτης κατοικίας, το οποίο θα αντικαταστήσει τον νόμο Κατσέλη, επισημαίνεται ότι οι θεσμοί ανησυχούν για τα εξής: Πρέπει να διασφαλιστεί ότι το σύστημα είναι προσωρινό, με στόχο την προστασία των πλέον ευάλωτων νοικοκυριών κι όχι την ενθάρρυνση των στρατηγικών κακοπληρωτών. Επίσης, το νέο καθεστώς θα πρέπει να αξιολογηθεί από την Επιτροπή από την άποψη της κρατικής ενίσχυσης.

Σε ό,τι αφορά στη μεταρρύθμιση της αγοράς ενέργειας, η έκθεση της Κομισιόν λέει ότι έχει προχωρήσει, αν και με αργούς ρυθμούς και με ορισμένα ανοικτά ζητήματα. Ειδικότερα για το ζήτημα της ΔΕΗ, η Επιτροπή εντοπίζει καθυστερήσεις και θέτει ζήτημα κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης της. Τα μέτρα για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης πρέπει να συμφωνηθούν με την Κομισιόν και οι ελληνικές Αρχές θα υποβάλουν νέα πρόταση έως τις αρχές Μαρτίου 2019 για να αξιολογηθεί αν έχει σημειωθεί πρόοδος όσον αφορά στη συμμόρφωση με τις αντιμονοπωλιακές διορθωτικές ενέργειες. Σημειώνεται, επίσης, ότι οι συζητήσεις μεταξύ των ελληνικών Αρχών, της ΔΕΗ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής βρίσκονται σε εξέλιξη για την εξεύρεση αποδεκτού μέσου αντιμετώπισης της αντιμονοπωλιακής υπόθεσης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας της Ε.Ε.

Αναφορικά με τις ιδιωτικοποιήσεις, η έκθεση της Επιτροπής τονίζει ότι κάποιες ολοκληρώθηκαν επιτυχώς (ΔΕΣΦΑ, Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών), ενώ το Ελληνικό έχει καθυστερήσει. Όσον αφορά στις ιδιωτικοποιήσεις που σχεδιάζεται να ολοκληρωθούν έως το τέλος του 2019, σημειώνεται πρόοδος για τους περιφερειακούς λιμένες, αλλά και καθυστερήσεις στην παραχώρηση της Εγνατίας και της μαρίνας του Αλίμου.

Στον τομέα της αγοράς εργασίας η Κομισιόν εκφράζει ανησυχίες για τη «διψήφια ποσοστιαία αύξηση του κατώτατου μισθού κατά περίπου 11%» και τις μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις της στην ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι κάποια αύξηση του νόμιμου κατώτατου μισθού ήταν αναμενόμενη και είναι πράγματι ευπρόσδεκτη, καθώς το επίπεδό της είχε παγώσει από το 2012. Αναγνωρίζει, επίσης, ότι βραχυπρόθεσμα η αύξηση μπορεί να έχει θετικές συνέπειες όσον αφορά στο αυξημένο διαθέσιμο εισόδημα και την κατανάλωση. Σημειώνει, ωστόσο, ότι οι προοπτικές απασχόλησης συγκεκριμένων ομάδων μπορεί να επηρεαστούν αρνητικά, καθώς η αύξηση κατά σχεδόν 11% υπερβαίνει κατά πολύ τα προβλεπόμενα ποσοστά αύξησης της παραγωγικότητας στην Ελλάδα στα προσεχή έτη. Συνεπώς, αυτό θα συνεπάγεται σημαντική απώλεια ανταγωνιστικότητας σε σύγκριση με τις άλλες χώρες στην Ευρωζώνη.

Παράλληλα, η Επιτροπή εκφράζει ανησυχία και για την επιβράδυνση του ρυθμού μείωσης των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, ενώ επισημαίνει ότι δημιουργούνται νέες οφειλές. Στο τέλος Δεκεμβρίου του 2018 οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ανέρχονταν σε 1,4 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 0,3 δισ. ευρώ σε σχέση με τον Αύγουστο του 2018.

Σε ό,τι αφορά στον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης, ο διορισμός των 90 υψηλόβαθμων στελεχών του Δημοσίου ολοκληρώθηκε, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει πραγματοποιηθεί κανένας από τους αναμενόμενους 69 διορισμούς διοικητικών γραμματέων.

Σχετικά με την κρατική χρηματοδότηση, υπενθυμίζεται ότι η Ελλάδα άντλησε 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ με την έκδοση πενταετούς κρατικού ομολόγου στα τέλη Ιανουαρίου 2019, την πρώτη έκδοση ομολόγων από τον Φεβρουάριο του 2018 και από το τέλος του προγράμματος ESM. Η απόδοση ήταν 3,6%, χαμηλότερη από το αρχικά προγραμματισμένο εύρος 3,75-3,85%. Παρόλο που η εξέλιξη αυτή ήταν θετική, δείχνει επίσης ότι τα περιθώρια διακύμανσης των αποδόσεων (yield spreads) της Ελλάδας παραμένουν υψηλά κι ευαίσθητα όχι μόνο στις εξωτερικές συνθήκες της αγοράς αλλά και σε εσωτερικούς παράγοντες.

Τέλος, η Επιτροπή τονίζει ότι η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους παραμένει σε σταθερά επίπεδα, σε σχέση με την τελευταία ανάλυση της βιωσιμότητας του Νοεμβρίου του 2018.

Τελευταία ενημέρωση: Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019, 14:37