Δεν ήταν οι τράπεζες η αιτία της ελληνικής κρίσης, δήλωσε σε συνέντευξή του στο «The Banker» ο επικεφαλής του ESM, Klaus Regling.

Όπως τόνισε, τα προβλήματα στην Ελλάδα προκλήθηκαν ξεκάθαρα από το χρέος και την απώλεια της ανταγωνιστικότητας. Αλλά οι τράπεζες επλήγησαν, καθώς επιδεινώθηκε η αξιοπιστία της χώρας, ενώ πλήγμα υπέστησαν και από το PSI.

Επομένως, ισχυρίζεται ο Regling, η σύνδεση έγινε από το Δημόσιο προς τις τράπεζες και όχι το αντίστροφο, όπως έγινε σε άλλες χώρες.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ελληνικές τράπεζες χρειάστηκαν ανακεφαλαιοποιήσεις και ένα τεράστιο ποσό χρημάτων του ESM διατέθηκε στην κυβέρνηση για αυτόν τον σκοπό.

Αλλά βρήκαν επίσης και ιδιώτες επενδυτές, κάτι που αποτελεί καλό σημάδι, και το ΤΧΣ έχει τώρα μεταρρυθμιστεί και διαθέτει ισχυρότερο σύστημα διακυβέρνησης.

Ο Regling δήλωσε ότι, όταν εγκρίθηκε το ποσό των 86 δισ. ευρώ για το τρίτο πρόγραμμα της Ελλάδας, υποτίθεται ότι οι τράπεζες θα χρειάζονταν 25 δισ. ευρώ. Αλλά έπειτα από μια αξιολόγηση της ποιότητας των assets από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) αποδείχθηκε ότι χρειάζονταν μόνο 5,5 δισ. ευρώ.

«Όλα αυτά δείχνουν ότι οι τράπεζες έχουν προχωρήσει πολύ και ενώ μπορεί να υπάρχουν εσωτερικά προβλήματα σε σχέση με τη διακυβέρνηση και τα επιχειρηματικά μοντέλα, δεν είναι μεγάλο θέμα για την Ελλάδα» τόνισε ο Regling.

Πρόσθεσε ακόμη αναφορικά με το πότε θα επιστρέψει η Ελλάδα στις αγορές ότι αξίζει να θυμόμαστε πως στο μέσον του β΄ προγράμματος της Ελλάδας το 2014 τα πρώτα σημάδια της επιτυχίας ήταν εμφανή.

«Η Ελλάδα βίωσε θετική ανάπτυξη για πρώτη φορά σε πέντε χρόνια, η ανεργία υποχώρησε κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες και εξέδωσε ομόλογα σε δύο περιπτώσεις. Αλλά ενώ εμείς ως οικονομολόγοι θα μπορούσαμε να το δούμε αυτό σε αριθμούς, το εκλογικό σώμα δεν το είδε» σημείωσε ο Regling.

Τόνισε, δε, ότι αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς χρειάζεται κάποιος χρόνος ώστε τα μακροοικονομικά στοιχεία να γίνουν ορατά στο ευρύτερο κοινό.

«Η νέα κυβέρνηση από τον Ιανουάριο του 2015 είχε την εντολή να κάνει κάτι εντελώς διαφορετικό και αυτό οδήγησε την Ελλάδα προς τα πίσω. Αποδείχθηκε πολύ δαπανηρό, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν σε καλή κατάσταση το 2014» υπογράμμισε ο Regling.

Μάλιστα, τόνισε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε ολοκληρώσει τη διαδικασία προσαρμογής με το δεύτερο πρόγραμμα, αλλά αυτή η διακοπή σήμανε ότι χρειάζεται περισσότερο χρόνο και περισσότερα λεφτά.

Αλλά την ίδια στιγμή «νομίζω πως αυτό υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα μπορεί να είναι ένα success story.
Είδαμε την αρχή αυτού το 2014 και σήμερα συνεχίζω να πιστεύω ότι εάν η Ελλάδα συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις, μπορεί να τελειώσει το πρόγραμμα στο επόμενο έτος και να ανακτήσει πρόσβαση στην αγορά πριν από το τέλος του προγράμματος».