Μία κουβέντα με τον Γιάννη στο μπαράκι του Πλάτωνα

Μία κουβέντα με τον Γιάννη στο μπαράκι του Πλάτωνα

ΠΚ

Πάνε πολλά χρόνια πίσω. Βράδυ στο Μεταξουργείο, είπα να πιω ένα ποτήρι στου Πλάτωνα. Καθόταν στο μπαρ με τη σύντροφό του. Ήταν λίγο μετά τη Σιέρα Λεόνε. Εκεί έμαθα την ιστορία από πρώτο χέρι. Ήταν ακόμη πιο ανατριχιαστική από τις διηγήσεις που είχα διαβάσει και ακούσει δεξιά και αριστερά. Προφανώς και δεν ήταν καλά. Μείναμε μερικές ώρες κουτσοπίνοντας. Ο Πλάτωνας και τα παιδιά, συνήθως παρεμβατικοί, μας είχαν αφήσει στην ησυχία μας. Ευτυχώς. Κάπου έπιασε το μάτι μου και τον Παύλο. Κανείς από αυτούς τους τρεις δεν είναι πια στη ζωή. «Φύγανε» νωρίς, πολύ νωρίς από την αρρώστια.

Όταν το 'μαθα για τον Γιάννη, το μυαλό γύρισε πίσω, πολύ πίσω. Αναλογίστηκα πόσοι τελικά «έφυγαν», από εκείνα τα χρόνια, που τα μαλλιά ήταν ακόμη σκούρα και οι άσπρες τρίχες στους κροτάφους σπάνιες. Τους μέτρησα. Είναι τελικά πολλοί. Άλλοι στην Γιουγκοσλαβία, κάποιοι στη Λιβύη, μερικοί στην Αφρική. Οι υπόλοιποι παντού ολόγυρα. Αν δεν τους κατάπιε η βαρβαρότητα του πολέμου, τους την έφερε η αρρώστια. Σχεδόν όλοι όσοι «έφυγαν» δεν πρόλαβαν να ζήσουν με ηρεμία τη ζωή τους. Έστω μία παρένθεση, βρε αδελφέ. Το συμβόλαιο με τον κύριο που φορά τη μαύρη μπέρτα προέβλεπε κάποιες περίεργες ρήτρες, ως φαίνεται.

Η φωτογραφία από την Ειδομένη, το 2015, δείχνει κάτι παραπάνω από αυτό που ζητεί το ρεπορτάζ. Ο Γιάννης το είχε. Το έβλεπε. Ο πατέρας, με έναν μανδύα από σακούλες σκουπιδιών, αγκαλιά με το παιδί του, το φιλά περπατώντας μέσα στη βροχή.

Δεν ξέρω αν πραγματικά συνήλθε ποτέ από το τραύμα της Σιέρα Λεόνε. Δεν έτρεξε αίμα. Έτρεξε η ζωή μέσα από τα δάχτυλα σαν το νερό. Η φωτογραφία του. Η selfie που τράβηξε τα λέει όλα. Τι είδαν τα μάτια του, πώς έκλαψε η ψυχή του, πώς άφησε η σκιά του θανάτου το ίχνος της. Ανεξίτηλο προφανώς.

Μένει εκείνη η κουβέντα. Άλλωστε, μόνον τα σημαντικά πράγματα αποτυπώνονται στη μνήμη. Γεια και χαρά σου.

Τελευταία ενημέρωση: Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2019, 15:05