Στο Καφέ του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου εγκαινιάζεται την Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026, από τις 17:00 έως τις 19:00, η ατομική έκθεση της Κάτιας Βαρβάκη «Έρως και Ψυχή», σε επιμέλεια Ίριδος Κρητικού και οργάνωση Αιμιλίας Κουγιά. Όπως αναφέρει το σχετικό δελτίο Τύπου, στη νέα ενότητα έργων της «Έρως και Ψυχή» που αποτελεί εικονογραφική έμπνευση και οργανική αναφορά σε προσφιλή της εκθέματα από τις κλασικές, ελληνιστικές και ρωμαϊκές συλλογές του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, η Κάτια Βαρβάκη συνδιαλέγεται για μία ακόμη φορά με τα ζητήματα της συνύπαρξης του υλικού, του πνευματικού και του ψυχικού κόσμου. Με τα ανεπίλυτα ζητήματα του Έρωτα και της Ομορφιάς, του ονείρου, του υποσυνείδητου και του συνειδητού, της επιθυμίας και της απόρριψης, της δοκιμασίας και της λύτρωσης, της αειφόρου νεότητας και του αμείλικτου χρόνου, της θνητότητας και της αθανασίας.

Ο τίτλος της έκθεσης συνδέεται τόσο με το ομότιτλο διήγημα του 2ου αιώνα πΧ του Απουλήιου όσο και με τη σχετική εικονογραφία που εμφανίζεται στην ελληνική τέχνη ήδη από τον 4ο αιώνα πΧ. Η συγκεκριμένη θεματική, διάστικτη από νεοπλατωνικά στοιχεία και αλληγορίες, αντικείμενο έμπνευσης τόσο στη λογοτεχνία, το θέατρο και τη μουσική, όσο και στη ζωγραφική, τη γλυπτική και τις κοσμητικές τέχνες ανά τους αιώνες (Μολιέρος, Claude Debussy, Ραφαήλ, Antonio Canova, Edward Burne-Jones κά), αναφέρεται στις περιπέτειες του έρωτα, την υπέρβαση των δυσκολιών, τη δοκιμασία της ψυχής, το υπερβατικό κάλλος και την ιερή ένωση.

Έργο από την έκθεση «Έρως και Ψυχή»

Η επιμελήτρια της έκθεσης, αρχαιολόγος & ιστορικός της τέχνης Ίρις Κρητικού, σημειώνει: «Τα έργα της Κάτιας Βαρβάκη για την παρούσα ενότητα, ξεκινώντας από τον μύθο μιας ένθεης συνάντησης και από τη διαπραγμάτευση του ιδανικού του ανεξίτηλου έρωτα, εκτυλίσσονται μέσα σε ένα εναιωρούμενο αφηγηματικό πλαίσιο που με τη μέθοδο του πλατωνικού Φαίδρου, μιλά με τρόπο ευρύτερο και συμβολικό για την επίπονη ανάβαση της φτερωτής ψυχής, για την μέθεξη με την αιωνιότητα και το θείο. Τοποθετημένες σε ένα αφαιρετικό locus amoenus -ένα χάρτινο λιβάδι επίπονης χειρωναξίας, οι κεντρικές ηρωίδες της με την ανεμιζόμενη κώμη, εξέρχονται από αγγεία, γλυπτά, πήλινα αναθήματα με λευκό επίχρισμα και επίτοιχα μελαγχολικά ανάγλυφα, συλλαβίζοντας το αρχαίο κάλλος και θωπεύοντας το δικό μας θνητό βλέμμα. Η μεταβατική διάφανη ύλη τους, σμιλεμένη με εύκαμπτες φόρμες και ρόδινες τονικότητες από δεξιοτεχνικά συνταιριασμένες και χρωματικά ανεπεξέργαστες σελίδες γυναικείων περιοδικών μόδας και ομορφιάς, με απαράμιλλη χάρη και πληθωρικό ζωγραφικό ταλέντο, συναντά το σχεδόν αόρατο. Τα παλίμψηστά τους πεδία, με τις ευρηματικές καλειδοσκοπικές συνθέσεις, συμπληρώνονται από μικρότερα επίτοιχα έργα που αποδίδουν αυτοσχέδια μυθικά στιγμιότυπα με ζωηρά χρώματα και επάλληλα σχεδιάσματα. Θαλασσινές σειρήνες και νύμφες του αρκαδικού λόγγου, φτερωτές θεές και αγλαές ημίθεες, αλλά και σύγχρονες γυναικείες δυναμικές φιγούρες με τις οποίες κάπου, ίσως, έχουμε ξανασυναντηθεί, συμπληρώνουν το ποιητικό εικονοποιητικό σύμπαν της Βαρβάκη. Προεκτείνοντας, τέλος, την αναζήτηση του μίτου του μύθου στην τρίτη διάσταση, η ζωγράφος επινοεί επιπλέον μια πρωτόλεια σειρά συναρπαστικών κατάγραφων αγγείων, που επιτελεσμένα επίσης σε ελεύθερο διάλογο με τα εκθέματα του Μουσείου, ιχνηλατούν ως ευκλεή σπαράγματα τον αρχετυπικό μύθο, αποκρυπτογραφώντας και φωτίζοντας σχισμές και σημεία, αναζητώντας ως λεπταίσθητος μίτος μια κρυφή πύλη στον κήπο του λαβυρίνθου του».

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης