Χτισμένος στην είσοδο της Αλεξάνδρειας, του μεγάλου μεσογειακού λιμανιού και πρωτεύουσας της Πτολεμαϊκής Αιγύπτου, ένας γιγαντιαίος φάρος από γρανίτη και ασβεστόλιθο υψωνόταν ως ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά σύμβολα της ελληνιστικής εποχής. Με ύψος περίπου 140 μέτρα, ήταν το δεύτερο ψηλότερο οικοδόμημα του αρχαίου κόσμου μετά τη Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας — το μοναδικό από τα επτά θαύματα που σώζεται έως σήμερα. Ο Γρηγόριος της Τουρ, επίσκοπος του 6ου αιώνα μ.Χ., τον χαρακτήρισε έβδομο θαύμα του αρχαίου κόσμου. Το ισχυρό φως του αποτελούσε νυχτερινή κάλυψη για τους ναυτικούς που πλησίαζαν τις επικίνδυνες ακτές της Αιγύπτου. Αυτά γράφουν οι New York Times, στο ειδικό αφιέρωμά τους για τον Φάρο της Αλεξάνδρειας και συνεχίζουν:

«Για σχεδόν 1.600 χρόνια, ο Φάρος της Αλεξάνδρειας στεκόταν σε νησίδα στην είσοδο του ανατολικού λιμανιού, αψηφώντας τον χρόνο και τις αλλεπάλληλες σεισμικές δονήσεις. Όμως το 1303 μ.Χ. ένας ισχυρός σεισμός προκάλεσε τσουνάμι που κατέστρεψε μεγάλο μέρος του οικοδομήματος. Είκοσι χρόνια αργότερα, νέα δόνηση ολοκλήρωσε την καταστροφή, με αγάλματα και τεράστιους λίθους να καταρρέουν και τελικά να καταποντίζονται».

Στιγμιότυπο της ψηφιακής ανακατασκευής

«Τα αρχιτεκτονικά θραύσματα είναι διασκορπισμένα σε έκταση 18 στρεμμάτων κάτω από το νερό», δήλωσε η Ιζαμπέλ Χερί, αρχαιολόγος στο National Center for Scientific Research και στο Center for Alexandrian Studies. «Η ορατότητα είναι εξαιρετικά περιορισμένη, ο βυθός ανώμαλος και δεν υπάρχουν σαφή στρώματα ιζημάτων», πρόσθεσε, υπενθυμίζοντας πως τον περασμένο Ιούνιο ανελκύστηκαν 22 γρανιτένιοι λίθοι, βάρους έως 80 τόνων, που συνδέονται με τον Φάρο.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η Χερί ηγείται του Pharos Project, μιας διεπιστημονικής αποστολής που επιδιώκει την πλήρη ψηφιακή ανακατασκευή του μνημείου. Έχοντας αναλύσει περίπου 5.000 λίθους και αντικείμενα από τον πυθμένα της θάλασσας, η ομάδα επιχειρεί να ανασυνθέσει ψηφιακά τον φάρο, δημιουργώντας ένα ολοκληρωμένο πιστό «ψηφιακό αντίγραφο» του χαμένου θαύματος. Η τεχνολογία της φωτογραμμετρίας – η σύνθεση χιλιάδων δισδιάστατων εικόνων σε ακριβή τρισδιάστατα μοντέλα – επιτρέπει τη σταδιακή επανασυναρμολόγηση του μνημείου χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο το αυθεντικό υλικό.

Ο ιστορικός του ελληνικού πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, Πολ Κάρτλετζ, σχολίασε ότι το εγχείρημα έχει «παγκόσμια σημασία», τόσο για την υποβρύχια αρχαιολογία, όσο και για τη φύση των ευρημάτων, μεταξύ των οποίων και λίθοι βάρους 80 τόνων. «Δοκιμάστε να τους ανελκύσετε με το χέρι – δεν συνιστάται», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Η ανάσυρση των 22 λίθων

Ένα σύμβολο ισχύος

Η ιστορία του Φάρου ξεκινά μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., όταν ο παιδικός του φίλος Πτολεμαίος ανέλαβε τη διοίκηση της Αιγύπτου και το 305 π.Χ. αυτοανακηρύχθηκε φαραώ ως Πτολεμαίος Α’ Σωτήρ. Επιθυμώντας να μετατρέψει την Αλεξάνδρεια σε κέντρο της λατρείας του Αλέξανδρου, ανέθεσε την κατασκευή ενός μνημειώδους φάρου, που θα λειτουργούσε τόσο πρακτικά όσο και ιδεολογικά – ως σύμβολο σύνδεσης με το οικουμενικό όραμα του Μακεδόνα στρατηλάτη.

Το έργο ολοκληρώθηκε επί βασιλείας του Πτολεμαίου Β’ Φιλάδελφου και διήρκεσε περίπου 15 χρόνια. Παρά τις αντιφατικές ιστορικές πηγές, οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι επρόκειτο για τριώροφο πύργο με τετραγωνική βάση, οκταγωνικό μεσαίο τμήμα και κυκλική κορυφή. Το δεύτερο επίπεδο αποδίδεται στον Σώστρατο τον Κνίδιο, ο οποίος, διαμορφώνοντας το οικοδόμημα σε οκτάγωνο, απέτισε φόρο τιμής στους οκτώ ανέμους της θάλασσας.

Στην κορυφή έκαιγε η φωτιά του φάρου, πιθανότατα με καύσιμο λάδι, ενώ μεταλλικοί καθρέφτες από σφυρήλατο χαλκό ενίσχυαν και κατεύθυναν τη δέσμη φωτός σε απόσταση έως και 37 μιλίων. Ο Ρωμαίος φυσιοδίφης Πλίνιος ο Πρεσβύτερος έγραφε ότι η λάμψη του μπορούσε να «εκληφθεί ως άστρο». Πάνω από το φως υψωνόταν άγαλμα ύψους περίπου 15 μέτρων, πιθανότατα του Δία.

Μια ψηφιακή απεικόνιση του Φάρου

Ξανά στην επιφάνεια

Μετά τον σεισμό του 1323, τα ερείπια του Φάρου παρέμειναν εγκαταλελειμμένα έως το 1480, όταν ο σουλτάνος Καϊτμπάι χρησιμοποίησε τα υλικά του για την κατασκευή της ακρόπολης που ακόμη δεσπόζει στην ακτή. Σταδιακά, μεγάλο μέρος της αρχαίας Αλεξάνδρειας — συμπεριλαμβανομένων του βασιλικού παλατιού και του τάφου του Αλέξανδρου — βυθίστηκε λόγω γεωλογικών μεταβολών.

Το 1994, η περιοχή χαρτογραφήθηκε συστηματικά από τον Γάλλο αρχαιολόγο Ζαν-Υβ Εμπερέρ και την ομάδα του. Σε βάθος περίπου 26 μέτρων εντοπίστηκαν 30 σφίγγες, πλαισιώματα θυρών 70 τόνων, κίονες από την εποχή του Ραμσή Β’ και τεράστιο άγαλμα φαραώ, πιθανώς του Πτολεμαίου Α’, σε ζεύγος με άγαλμα της συζύγου του Βερενίκης Α’.

Το περασμένο καλοκαίρι, σε συνεργασία με το αιγυπτιακό Υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων, ανελκύστηκαν 22 γρανιτένιοι λίθοι, βάρους έως 80 τόνων. Μεταξύ των ευρημάτων περιλαμβάνονται υπέρθυρα, θεμέλιοι λίθοι και στοιχεία ενός άγνωστου έως τώρα πυλώνα, που συνδύαζε αιγυπτιακά διακοσμητικά στοιχεία με ελληνική τεχνογνωσία.

Μετά τη σάρωση υψηλής ανάλυσης από μηχανικούς του La Fondation Dassault Systèmes, τα στοιχεία επανατοποθετήθηκαν εικονικά και κατόπιν επέστρεψαν στον βυθό για μακροχρόνια διατήρηση.

 

Μια νέα οπτική

Η έρευνα αποκάλυψε ότι ο Φάρος συναρμολογήθηκε με προηγμένες τεχνικές αλληλοσύνδεσης λίθων και όχι αποκλειστικά με κονίαμα. Τα νέα δεδομένα επιβεβαιώνουν τη χρήση τοπικού ασβεστόλιθου για τον πυρήνα και γρανίτη για τα δομικά ανοίγματα, γεγονός που εξηγεί τη μακροχρόνια αντοχή του μνημείου. Παράλληλα, η στάθμη της θάλασσας έχει αυξηθεί έως και 8 μέτρα από τον 3ο αιώνα π.Χ.

Παρά τις προκλήσεις – περιορισμένη χρηματοδότηση και αυξανόμενη ρύπανση – το Pharos Project έχει ήδη ανατρέψει παλαιότερες αμφιβολίες.

Όπως επισημαίνει ο Κάρτλετζ, η ομάδα απέδειξε ότι ο Φάρος ήταν πράγματι τόσο επιβλητικός όσο περιγράφουν οι αρχαίες πηγές, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική του θέση ανάμεσα στα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ανθρώπινης αρχιτεκτονικής.

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης