Ένα από τα πιο λαμπρά και καθοριστικά κεφάλαια του ναυτικού αγώνα των Ελλήνων γράφτηκε στον όρμο της Ερεσού στη Λέσβο. Ήταν η πρώτη φορά κατά την Ελληνική Επανάσταση που ο στόλος των ξεσηκωμένων Ελλήνων ήρθε αντιμέτωπος, πρόσωπο με πρόσωπο, με ένα πανίσχυρο οθωμανικό δίκροτο γραμμής.

Πρωταγωνιστής αυτής της παράτολμης αποστολής ήταν ο θρυλικός Δημήτριος Παπανικολής, ο οποίος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά με απόλυτη επιτυχία το «καυστικό», το γνωστό μας πυρπολικό, τινάζοντας στον αέρα την εχθρική ναυαρχίδα σαν σήμερα, στις 27 Μαΐου του 1821.

Αυτό το παράτολμο κατόρθωμα λειτούργησε ως τεράστια ένεση ηθικού για τους Έλληνες ναυμάχους και, παράλληλα, σκόρπισε τον τρόμο στους Οθωμανούς, που έβλεπαν για πρώτη φορά αυτή την απρόσμενη μορφή καταδρομής. Δυστυχώς, η μεγάλη αυτή νίκη είχε και μια τραγική προέκταση, καθώς δύο εβδομάδες αργότερα οδήγησε στα σκληρά αντίποινα και την καταστροφή των Κυδωνιών (Αϊβαλί).

Το χρονικό της καταδίωξης

Όλα ξεκίνησαν λίγες μέρες νωρίτερα, στις 23 Μαΐου, όταν ένας ελληνικός στόλος από 57 πλοία απέπλευσε από τα Ψαρά με σκοπό να εντοπίσει τον οθωμανικό στόλο, καθώς υπήρχαν πληροφορίες ότι ετοιμαζόταν να βγει από τα Στενά. Την επόμενη κιόλας μέρα, οι Έλληνες ναύαρχοι εντόπισαν τρία πλοία. Τα δύο ήταν εμπορικά μπρίκια με ρωσική σημαία, οι καπετάνιοι των οποίων αποκάλυψαν κάτι κρίσιμο: πίσω τους ακολουθούσε ένα τεράστιο, πάνοπλο πολεμικό δίκροτο χωρίς σημαία.

Ήταν το «Μανσουριγιά» (ή «Φερμάν Ντεϊνεμέζ»), η προφυλακή του τουρκικού στόλου. Οι Έλληνες άρχισαν να το καταδιώκουν. Το εχθρικό πλοίο, αλλάζοντας ξαφνικά πορεία στο στενό της Χίου, κατευθύνθηκε προς τις δυτικές ακτές της Λέσβου και κατέφυγε στο λιμάνι της Ερεσού.

Το αδιέξοδο και το «μυστικό όπλο» των Ψαρών

Λόγω του τεράστιου μεγέθους και του οπλισμού του δικρότου, έφερε 74 κανόνια και πάνω από 1.000 άνδρες– η προσέγγιση ήταν σχεδόν αδύνατη. Μια πρώτη γενναία προσπάθεια από τον Υδραίο Γιάννη Ζάκκα αποκρούστηκε με σφοδρότητα, αφήνοντας πίσω τρεις νεκρούς. Το ίδιο άδοξα έληξε και η δεύτερη απόπειρα με τη γολέτα του Τομπάζη.

Η αδυναμία του ελληνικού ναυτικού ήταν πλέον εμφανής: ένας ολόκληρος στόλος 57 πλοίων δεν μπορούσε να λυγίσει ένα και μόνο δίκροτο. Στο πολεμικό συμβούλιο που ακολούθησε το ίδιο βράδυ, ο Ψαριανός ναύαρχος Νικολής Αποστόλης έριξε στο τραπέζι μια ιδέα που θα άλλαζε την ιστορία: τη χρήση πυρπολικού. Οι Ψαριανοί γνώριζαν καλά αυτή την τεχνική από τη θητεία τους στο ρωσικό ναυτικό.

Καθώς ο χρόνος πίεζε και ο φόβος να εμφανιστεί ο υπόλοιπος τουρκικός στόλος μεγάλωνε, ένας αφανής ήρωας βγήκε μπροστά. Ο Ιωάννης Δημολίτσας, γνωστός με το παρατσούκλι «Πατατούκος», ένας Παργινός που ζούσε στα Ψαρά, δήλωσε έτοιμος να κατασκευάσει άμεσα ένα πυρπολικό. Ο Πατατούκος είχε μάθει τα μυστικά της τέχνης αυτής στην Τουλόν της Γαλλίας από έναν Μαλτέζο μηχανικό.

Η πρώτη (αποτυχημένη) απόπειρα: Ο Υδραίος καπετάνιος Χατζηθεοδόσης πρόσφερε το καράβι του και ο Πατατούκος στρώθηκε στη δουλειά. Τα ξημερώματα της 25ης Μαΐου, το πρώτο ελληνικό πυρπολικό, με κυβερνήτη τον Ιωάννη Θεοχάρη, έπεσε στη μάχη. Όμως, λόγω κακού συγχρονισμού και σφοδρών εχθρικών πυρών, το πλοίο δεν κόλλησε σωστά στο δίκροτο και η επιχείρηση απέτυχε, με το πλήρωμα να σώζεται την τελευταία στιγμή.

Το Μπουρλότο του Παπανικολή

Η αποτυχία πείσμωσε τους Έλληνες. Το πρωί της 27ης Μαΐου, στις 8:30, δύο πυρπολικά ξεκίνησαν για την Ερεσό. Το πρώτο του Παπανικολή και το δεύτερο του Γεωργίου Καλαφάτη, που είχε μόλις καταφθάσει από τα Ψαρά.

Ο Παπανικολής, με απίστευτη ψυχραιμία και δεξιοτεχνία, κατάφερε να οδηγήσει το σκάφος του ακριβώς κάτω από την ψηλή πλώρη του τουρκικού δικρότου. Αντίθετα, το πλοίο του Καλαφάτη παρουσίασε τεχνικά προβλήματα και αποχώρησε.

Ναυμαχία της Ερεσού Δημήτριος Παπανικολής

Ναυμαχία της Ερεσού

Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, η κόλαση ξέσπασε στον όρμο:

Ο Παπανικολής έδωσε το σύνθημα και έβαλε φωτιά στο μπουρλότο. Οι φλόγες άρχισαν αμέσως να «γλείφουν» το ξύλινο δίκροτο.

Στο κατάστρωμα του εχθρικού πλοίου επικράτησε πανικός. Άλλοι Τούρκοι έριχναν νερό με κουβάδες, άλλοι προσπαθούσαν να απομακρύνουν το φλεγόμενο σκάφος και άλλοι πυροβολούσαν μανιωδώς.

Οι 21 γενναίοι σύντροφοι του Παπανικολή, αψηφώντας το χαλάζι από σφαίρες, έδεσαν σφιχτά το πυρπολικό πάνω στο δίκροτο, σφραγίζοντας τη μοίρα του.

Μόλις η αποστολή ολοκληρώθηκε, οι Έλληνες πυρπολητές πήδηξαν στη βάρκα διαφυγής και απομακρύνθηκαν σώοι.

Το τέλος του «Γίγαντα»

Στο οθωμανικό δίκροτο η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Ο κυβερνήτης, Καπετάν Αρναούτ, προσπάθησε να διαφύγει πρώτος, αλλά ένας εξοργισμένος αξιωματικός του τον μαχαίρωσε στον λαιμό. Δεκάδες ναύτες πνίγονταν στη θάλασσα ή καίγονταν ζωντανοί.

Μέσα σε μόλις 35 λεπτά, η φωτιά έφτασε στην πυριταδαποθήκη. Η τρομακτική έκρηξη που ακολούθησε μετέτρεψε το επιβλητικό δίκροτο σε μια مάζα από στάχτη και συντρίμμια. Ο ακριβής αριθμός των νεκρών δεν μαθεύτηκε ποτέ, όμως ιστορικές πηγές (όπως ο Δ. Κόκκινος) αναφέρουν ότι από τους 1.000 και πλέον επιβαίνοντες, σώθηκαν μόλις οκτώ.

Η πυρπόληση της Ερεσού δεν ήταν απλώς μια νίκη· ήταν η γέννηση ενός νέου τρόπου πολέμου στη θάλασσα. Και μπορεί ο Δημήτριος Παπανικολής να κέρδισε δίκαια μια θέση στο πάνθεον των ηρώων, δίπλα του όμως στέκεται ο ξεχασμένος σήμερα ναυπηγός Ιωάννης Δημολίτσας (Πατατούκος), ο άνθρωπος που τελειοποίησε το όπλο που έκρινε το Αιγαίο.

Ναυμαχία της Ερεσού Δημήτριος Παπανικολής

Δημήτριος Παπανικολής

 

σχόλια αναγνωστών
oδηγός χρήσης