Υπάρχουν ηθοποιοί που άφησαν εποχή και υπάρχει και ο Ντίνος Ηλιόπουλος. Ο άνθρωπος που επαναπροσδιόρισε τον όρο «τζέντλεμαν» στην Ελλάδα, έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 4 Ιουνίου 2001.
Με ένα συγκινητικό βίντεο στα social media, η Φίνος Φιλμ τιμά τη μνήμη του ανεπανάληπτου καλλιτέχνη, υπενθυμίζοντάς μας ότι ο Ντίνος ήταν πολλά περισσότερα από ένας σπουδαίος κωμικός.
Τρία πράγματα που έκαναν τον Ντίνο Ηλιόπουλο μοναδικό:
Ο «Φρεντ Αστέρ» της Ελλάδας: Το μιούζικαλ ήταν το μεγάλο του πάθος. Όταν χόρευε, έμοιαζε να μην έχει βάρος. Ο ίδιος, βέβαια, απόλυτα σεμνός, δήλωνε: «Είναι ιεροσυλία να με συγκρίνουν μαζί του. Εγώ απλώς έχω έναν έμφυτο ρυθμό».
Το κρυφό δραματικό ταλέντο: Αν και το κοινό τον λάτρεψε για τις ξεκαρδιστικές του ατάκες, οι low-profile ερμηνείες του σε δύσκολους, δραματικούς ρόλους απέδειξαν το τεράστιο καλλιτεχνικό του βάθος.
Η ηθική του πυξίδα: Σε έναν χώρο γεμάτο μεγάλα εγώ, εκείνος ξεχώριζε για τον σεβασμό και την αξιοπρέπειά του προς όλους.
Το «αντίο» με ένα κλείσιμο του ματιού
Ο Ντίνος Ηλιόπουλος έζησε 86 γεμάτα χρόνια, έχοντας στο πλευρό του τα δικά του «αστεράκια» – τις κόρες του, Εβίτα και Χίλντα, και τα τρία του εγγόνια.
Ακόμα και στο τέλος, όμως, επέλεξε να φύγει με το δικό του, απαράμιλλο στυλ. Στο μνήμα του, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, βρίσκεται χαραγμένη ίσως η πιο διάσημη και πικραμένα αστεία ατάκα της ζωής του: «Με συγχωρείτε κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ.»
25 χρόνια μετά, το κενό του παραμένει δυσαναπλήρωτο, αλλά το χαμόγελό του είναι ακόμα εδώ, μέσα από τις ταινίες του. Πάντα στην καρδιά μας, Ντίνο.
Δείτε το αφιέρωμα της Φίνος Φιλμ εδώ
Λίγα λόγια για τον Ντίνο Ηλιόπουλο

Σύμφωνα με τον θεατρικό κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο, ο Ντίνος Ηλιόπουλος αποτελεί μοναδικό φαινόμενο στο ελληνικό θέατρο. «Καλλιέργησε ένα φανταιζίστικο ύφος, γεμάτο φαντασία, ποιητική αίσθηση, ονειροπόληση και παιδική αφέλεια. Κάτοχος μιας χορευτικής τεχνικής και διαθέτοντας την ικανότητα του αυτοσχεδιασμού χωρίς να φτηναίνει το στυλ, ο Ηλιόπουλος δεν έχει προγόνους ούτε μιμητές. Δημιούργησε κωμικούς χαρακτήρες με φινέτσα, αγαθό χιούμορ και εύθραυστη επιφάνεια. Ήταν ένας κλόουν, ένας πιερότος, γεμάτος καλές προθέσεις, που συνεχώς έσπαζε τα μούτρα του επάνω στη σκληρή πραγματικότητα. Μέσα από τη συνεχώς έκπληκτη μάσκα του διέκρινες μια δακρυσμένη ωριμότητα και μια φιλοσοφημένη αποδοχή τού μοιραίου».
Ο Κωνσταντίνος «Ντίνος» Ηλιόπουλος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 12 Ιουνίου 1915. Ο Πελοποννήσιος στην καταγωγή πατέρας του ήταν μεγαλέμπορος και η μητέρα του καταγόταν από την Υεμένη. Μετά το οικονομικό κραχ του 1929, η πολυάριθμη οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Mασσαλία, όπου ο Nτίνος τελείωσε το γυμνάσιο, με πρώτη γλώσσα τα γαλλικά. Στην Αθήνα έφτασε έξι χρόνια αργότερα και ακολούθησε εμπορικές σπουδές. Υπηρέτησε τη θητεία του στον στρατό, όμως η απόλυσή του απ’ αυτόν συνέπεσε με την έναρξη του πολέμου του 1940 κι έτσι ξαναντύθηκε στο χακί και υπηρέτησε ως ασυρματιστής.
To 1939 έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του τότε Βασιλικού Θεάτρου, αλλά απορρίφθηκε. Το πείσμα και η επιμονή του να γίνει ηθοποιός τον οδήγησε στη σχολή του Γιαννούλη Σαραντίδη. Αποφοίτησε με άριστα και μπήκε στον χώρο του θεάτρου το 1944, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, με το θίασο της Κατερίνας στο έργο του Λέο Λεντς «Κυρία, σας αγαπώ». Έκτοτε, συμμετείχε στους θιάσους της Μαρίκας Κοτοπούλη, της Μαίρης Αρώνη, του Δημήτρη Χορν και πολλών άλλων.

Ντίνος Ηλιόπουλος
Το 1954 συγκρότησε θίασο με τον Μίμη Φωτόπουλο, με τον οποίο αποτέλεσαν ανεπανάληπτο κωμικό δίδυμο. Τρία χρόνια αργότερα και μέχρι το 1969 δημιούργησε δικό του θίασο, ανεβάζοντας έργα όπως: «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος», «Η κυρία του κυρίου», «Το έξυπνο πουλί», «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης», «Εξοχικόν κέντρον ο Έρως» κ.ά. Συχνά σκηνοθετούσε ο ίδιος τις παραστάσεις τού θιάσου του και διασκεύαζε ξένες φάρσες και κωμωδίες, προσαρμόζοντάς τις στα ελληνικά ήθη. Έγραψε και μερικές πρωτότυπες δικές του κωμωδίες, αλλά δεν είχαν μεγάλη ανταπόκριση («Ο άνθρωπος με το τρομπόνι»).
Τα επόμενα χρόνια στράφηκε στην επιθεώρηση, πρωταγωνίστησε σε μιούζικαλ («Καμπαρέ», «Γλυκιά Ίρμα»), περιόδευσε στις ΗΠΑ και στον Καναδά. Το 1977 ερμήνευσε τον «Αμφιτρύωνα» του Πλαύτου στο Εθνικό Θέατρο, ενώ το 1978 εμφανίστηκε στην Επίδαυρο και στο Ηρώδειο με τις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού. Για την προσφορά του στο θέατρο τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α’.
Ο Ντίνος Ηλιόπουλος είχε λατρεία και για την έβδομη τέχνη. Ο κινηματογράφος είχε μπει στη ζωή του από το 1948, όταν έκανε το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη με την κωμωδία «Εκατό χιλιάδες λίρες» του Αλέκου Λειβαδίτη σε σενάριο του Νίκου Τσιφόρου. Ακολούθησαν περισσότερες από 90 ταινίες, πολλές από τις οποίες ανήκουν στη λεγόμενη «χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου» κι έμειναν κλασικές στο είδος τους: «Θανασάκης ο πολιτευόμενος» (1954), «Κακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες» (1960), «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος» (1960), «Μερικοί το προτιμούν κρύο» (1963), «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης» (1963), «Το Δόλωμα» (1964), «Η Κοροϊδάρα» (1967), «Ο Στρατής παραστράτησε» (1969).
Ο ρόλος, όμως, που σημάδεψε την καριέρα του, ήταν εκείνος του Θωμά, του υπαλληλάκου που εκλαμβάνεται ως αρχηγός του υποκόσμου, στο αριστούργημα του Νίκου Κούνδουρου «Ο Δράκος» σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη (1956). Το 1986 συμμετέχει στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μελισσοκόμος» στον ρόλο του φίλου του Σπύρου, του βασικού πρωταγωνιστή της ταινίας που ερμήνευσε ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι.
Στο ενεργητικό του περιλαμβάνονται, ακόμα, τρεις δίσκοι, ο ένας με σατιρικά του Γεώργιου Σουρή, δύο βιβλία με ευθυμογραφήματα, μία ποιητική συλλογή και φυσικά η αυτοβιογραφία του με τίτλο «Ένας Hλιόπουλος ονόματι Nτίνος», που εκδόθηκε το 1999 από την «Άγκυρα».
Στην προσωπική του ζωή, από το 1963 ήταν νυμφευμένος με την Χίλντεργκαρντ Βίντσερ, με την οποία απέκτησε δύο κόρες, τη Χίλντα και την Εβίτα.

Ντίνος Ηλιόπουλος – Χίλντεργκαρντ Βίντσερ

