Του Σωτήρη Σκουλούδη

Τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους για το εμβληματικό μνημείο του Ελληνισμού, την Αγία Σοφία, και την εξέλιξη της μετατροπής του σε ισλαμικό τέμενος, τον Ιούλιο του 2020, από τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, κατέθεσαν Ρωμιοί, δηλαδή έχοντες καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη και Έλληνες που δραστηριοποιούνται ή έχουν συνεκτικούς δεσμούς με την Πόλη. 

Οι μαρτυρίες κατατέθηκαν σε βίντεο στο πλαίσιο της πτυχιακής εργασίας του γράφοντος, στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών «Ψηφιακά Μέσα Επικοινωνίας και Περιβάλλοντα Αλληλεπίδρασης» του τμήματος ΜΜΕ του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η πτυχιακή εργασία έχει τον τίτλο «Ο βυζαντινός ναός της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη: Ιστορική διαχρονία και προσωπικές αφηγήσεις» και εκπονήθηκε υπό την επίβλεψη της καθηγήτριας Ευαγγελίας Διαμαντοπούλου.

Η περίληψη της εργασίας:

Ο ναός της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα και πιο εμβληματικά μνημεία του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, με ισχυρή επιρροή στην κουλτούρα και τις παραδόσεις των Ελλήνων μέχρι και σήμερα. Κατασκευασμένος τον 6ο αιώνα, ο ναός αποτελεί σύμβολο του πάλαι ποτέ μεγαλείου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της χιλιόχρονης ιστορίας της. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453 σήμανε και το τέλος της λειτουργίας του μνημείου ως χριστιανικού ναού, και τη μετατροπή του σε ισλαμικό τέμενος. Το 1934 ο Κεμάλ Ατατούρκ μετέτρεψε τον ναό σε μουσείο, ωστόσο το καλοκαίρι του 2020 με μια απόφαση που ήγειρε πολλές αντιδράσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετέτρεψε ξανά το μνημείο σε λειτουργικό ισλαμικό τέμενος.

Στην παρούσα εργασία καταγράφεται η ιστορική επισκόπηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της Αγίας Σοφίας, όπως και η περιγραφή του ναού. Παράλληλα, με οκτώ ψηφιακές αφηγήσεις (με τη μορφή βιντεοσκοπημένων συνεντεύξεων), οι συνεντευξιαζόμενοι, οι οποίοι συνδέονται βιωματικά με τον ναό της Αγίας Σοφίας, καταθέτουν τις μαρτυρίες τους και σχολιάζουν το ζήτημα της πρόσφατης μετατροπής του σε ισλαμικό τέμενος. Όπως προκύπτει από την πλειονότητα των ψηφιακών αφηγήσεων, οι συνεντευξιαζόμενοι αισθάνονται θαυμασμό και ιδιαίτερο δεσμό με τον ναό. Τόσο η επιβλητικότητα και η μεγαλοπρέπεια του χριστιανικού μνημείου, όσο και η μυστηριακή του ατμόσφαιρα, ασκεί εμφανή επίδραση στον ψυχισμό των Ελλήνων και κυρίως των Ρωμιών

Οι αφηγητές στην πλειονότητά τους, με την εξαίρεση ενός μουσουλμάνου, εκφράζουν την απόλυτη αποδοκιμασία τους για τη μετατροπή του ναού σε τζαμί, και νιώθουν προσωπικά προσβεβλημένοι για αυτή την εξέλιξη, η οποία αποδίδεται στους πολιτικούς στόχους του προέδρου της Τουρκίας. Οι περιγραφές τους έχουν δραματικό τόνο, ενώ εκφράζεται και ο έντονος προβληματισμός για την περαιτέρω προστασία του αρχιτεκτονικού χαρακτήρα του μνημείου.

Δείτε το βίντεο με τις μαρτυρίες για την Αγία Σοφία:

 

 

Σημειώνεται ότι αφαιρέθηκαν οι συνεντεύξεις ανθρώπων που δεν συναίνεσαν στην ευρύτερη δημοσίευση της παρούσας εργασίας, στη μορφή δημοσιογραφικού άρθρου.

 

Τα Συμπεράσματα της εργασίας

Ι) Τα βιώματα στην Αγία Σοφία

Όπως προκύπτει από την πλειονότητα των ψηφιακών αφηγήσεων, η μοναδικότητα και τα εμβληματικά στοιχεία, που χαρακτηρίζουν τον ναό της Αγίας Σοφίας, αποτελούν και την κύρια αιτία θαυμασμού -υπέρμετρου σε πολλές περιπτώσεις- των συνεντευξιαζόμενων. Παράλληλα, η πολύ φορτισμένη ιστορικά για τους Έλληνες, και ειδικά για τους έχοντες καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, κληρονομιά της, εντείνει τα συναισθήματα που διακατέχουν τους επισκέπτες, οι οποίοι μάλιστα διατηρούν στη μνήμη τους ανεξίτηλες τις εικόνες και τα συναισθήματα που ένιωσαν κατά την πρώτη τους επίσκεψη στον ναό.

Οι περισσότερες αναφορές των συνεντευξιαζόμενων, ειδικά σχετικά με τα συναισθήματα της πρώτης επίσκεψης, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, είναι «απερίγραπτα» με λόγια, γεγονός που υποδηλώνει τόσο τη βαθιά επιρροή που προκαλεί στο θυμικό τους ο ναός, όσο όμως και το αρχιτεκτονικό «μεγαλείο», το οποίο τους υποβάλλει σε μια κατάσταση ανείπωτου θαυμασμού. Ενός θαυμασμού τέτοιου μεγέθους, που φτάνει να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και τον εσώτερο ψυχισμό τους, οδηγώντας ακόμη και σε σχεδόν «υπερβατικές» καταστάσεις.

Το γεγονός αυτό καταδεικνύει τόσο την επιβλητική ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο -μουσειακός και όχι λατρευτικός τότε- χώρος, όσο και τον μυστηριακό του χαρακτήρα, τουλάχιστον για όσους αισθάνονται «οικεία» με τα συγκεκριμένα ψηφιδωτά, λόγω της ορθόδοξης χριστιανικής τεχνοτροπίας τους. Το φημισμένο φως, τη διάχυση του οποίου εξασφάλισαν οι αρχιτέκτονες του ναού, αποτελεί και για τους σύγχρονους επισκέπτες πεδίο θαυμασμού αλλά και πηγή του δέους που αισθάνονται.

Παράλληλα, η ιστορικότητα και η σημασία του μνημείου για τους Έλληνες, ως συμβόλου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, είναι ένα γεγονός το οποίο αδιαμφισβήτητα συντελεί στη γέννηση των παραπάνω υπερβολικά έντονων συναισθημάτων και σκέψεων. Πολλοί συνεντευξιαζόμενοι τόνισαν την ιστορική αυτή σημασία, άλλοτε με αισθήματα χαράς και περηφάνιας, αφού θεωρούν τον ναό αναπόσπαστο στοιχείο της δικής τους κληρονομιάς, και άλλοτε με ένα επίσης έντονο αίσθημα νοσταλγίας αλλά και θλίψης, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο ναός βρίσκεται υπό «ξένη» – σε σχέση με τους δημιουργούς του και την χιλιόχρονη παράδοσή του- κατοχή. Ορισμένοι συνεντευξιαζόμενοι μάλιστα διαχωρίζουν τη σημασία του θρησκευτικού χαρακτήρα του μνημείου, ξεκαθαρίζοντας ότι ο θαυμασμός τους προκαλείται κυρίως λόγω της επιβλητικής αρχιτεκτονικής, όσο και της ιστορικότητάς του, και όχι τόσο για την χριστιανική υπόσταση του μνημείου.

Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι ορισμένοι συνεντευξιαζόμενοι ξεκαθαρίζουν ότι η Αγία Σοφία έχει ιδιαίτερη σημασία πρωτίστως για του Ρωμιούς, σε σχέση με τους υπόλοιπους Έλληνες, ενώ αναφέρουν στο ίδιο πνεύμα ότι πρόκειται για ένα ζήτημα το οποίο δεν απασχολεί ιδιαίτερα τους μη Ορθοδόξους. Συνδέουν το μνημείο, δε, με τις Χαμένες Πατρίδες και τον ξεριζωμό του Ελληνισμού από τις πατρογονικές του εστίες της Μικράς Ασίας. Παράλληλα, όμως, τονίζεται και ο σπουδαίος οικουμενικός χαρακτήρας και η αξία του μνημείου, με αφηγήσεις που σχετίζονται με τη σημασία που δίνεται και από άλλες χώρες και θεσμούς, όπως η UNESCO, σε αυτό.

Ένας συνεντευξιαζόμενος εμφανίζεται περισσότερο ρεαλιστής, αποδεχόμενος ότι ούτως ή άλλως ο πραγματικός, πρωταρχικός, χαρακτήρας του ναού, έχει αλλάξει προ πολλού, και ως εκ τούτου και η επιρροή και η σημασία του για τους Έλληνες Ορθόδοξους, και ειδικά για τους Ρωμιούς, είναι περιορισμένη και συνίσταται κυρίως στο επίπεδο της ιστορικότητας και όχι της ουσιαστικής σύνδεσης με αυτόν. Αναγνωρίζει επίσης το μεγάλο ιστορικό βάρος του μνημείου, ως επίκεντρου δύο θρησκειών.  Σημειώνεται ότι το αρχιτεκτονικό μεγαλείο, η μοναδικότητα αλλά και η ιστορική αξία του μνημείου αναγνωρίζονται με ενθουσιώδεις περιγραφές και από την συνεντευξιαζόμενη τουρκικής καταγωγής, η οποία δεν διστάζει να το συγκρίνει με το Μπλε Τζαμί, με την πλάστιγγα να γέρνει σαφώς προς την Αγία Σοφία.

Όπως προκύπτει από τις αφηγήσεις, η αναγνώριση από την τουρκική πλευρά της πολιτιστικής αξίας που έχει για τους Έλληνες ο ναός είναι αποσπασματική και μάλλον σπάνια, ενώ ο κανόνας μάλλον είναι ο φανατισμός και ο εθνικισμός έναντι των Ελλήνων που συνδέθηκαν με αυτόν, τόσο σε θρησκευτικό όσο και ιστορικό πλαίσιο. Μια τέτοια εξαίρεση ήταν η πετυχημένη αγαστή συνεργασία ελληνικού και τουρκικού πανεπιστημίου για την αντισεισμική προστασία του μνημείου και την ανάδειξη των ψηφιδωτών. Η σημαντική ελληνική συνεισφορά στις ενέργειες αυτές, πάντως, καταδεικνύουν και το διαρκές, ζωηρό ενδιαφέρον της ελληνικής πλευράς για το μνημείο αυτό.

ΙΙ) Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε ισλαμικό τέμενος

Όλοι οι συνεντευξιαζόμενοι, με μία εξαίρεση, αποδοκιμάζουν απερίφραστα την απόφαση του Ερντογάν για τη μετατροπή του μνημείου της Αγίας Σοφίας σε ισλαμικό τέμενος, εκφράζοντας μάλιστα πολύ αρνητικά συναισθήματα απογοήτευσης, θλίψης αλλά και «προσβολής» που μπορεί να ένιωσαν για αυτή την εξέλιξη. Ορισμένοι αναφέρουν ότι λόγω αυτής της εξέλιξης, δεν σκοπεύουν να επισκεφτούν ξανά το μνημείο, αφού για αυτούς αλλοιώθηκε πλήρως ο χαρακτήρας ο οποίος το καθιστούσε τόσο σημαντικό για αυτούς. Μεγάλος είναι ο προβληματισμός όλων και για την προστασία του μνημείου από εδώ και πέρα, όσον αφορά στα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά του στοιχεία, όπως τα ψηφιδωτά.

Ορισμένες περιγραφές είναι δραματικές και καταδεικνύουν ίσως τον τρόπο που αντιλαμβάνεται ένας Έλληνας την ιστορική αυτή εξέλιξη, η οποία από κάποιους χαρακτηρίζεται και ως νέα «κατάκτηση» του εμβληματικού αυτού συμβόλου.

Στο στόχαστρο είναι και ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για αυτή την πρωτοβουλία του, η οποία μπορεί στην ουσία της να εκφράζει την πρόθεσή του να αποπροσανατολίσει τον τουρκικό λαό από τα πραγματικά μεγάλα προβλήματα, αλλά και να λάβει ο ίδιος ηγετική θέση στον ισλαμικό κόσμο. Εκτός από τη θρησκευτική διάσταση του ζητήματος, δηλαδή, αυτή η ενέργεια θεωρείται και πολιτική, με δυσμενείς επιπτώσεις βεβαίως για τη χώρα μας αλλά και τον «πολιτισμένο κόσμο».

Η απόφαση αυτή σαφώς αποτελεί επίσης ακόμη ένα πλήγμα στην ήδη «λαβωμένη» Ρωμιοσύνη, που επιβιώνει ούτως ή άλλως πολύ δύσκολα πια στην Κωνσταντινούπολη. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει και τη σημασία -αλλά και την αξία- της «γενναίας πολιτικά», όπως χαρακτηρίζεται, απόφασης του Κεμάλ Ατατούρκ το 1934 να μετατρέψει το μνημείο τότε από ισλαμικό τέμενος σε μουσείο, σε μια «ουδέτερη» κατάσταση δηλαδή, η οποία αποτελούσε, όπως αποδείχτηκε και από τα γεγονότα, την καλύτερη λύση για τον Ελληνισμό και την πολιτιστική του κληρονομιά. Πάντως, εκφράζεται και η άποψη ότι δεν αλλάζει κάτι ουσιαστικό, αφού ούτως η άλλως ο χαρακτήρας του μνημείου ως χριστιανικού ναού είχε απωλεσθεί από καιρού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η μετατροπή πρώην χριστιανικού ναού σε τζαμί δεν προβλέπεται από τη μουσουλμανική θρησκεία και στο παρελθόν αυτό, με εξαιρέσεις βέβαια και τον ίδιο τον ναό της Αγίας Σοφίας, δεν συνέβαινε. Ωστόσο, ο μουσουλμανικός κόσμος αγκάλιασε αυτή την απόφαση, αφού ούτως ή άλλως πρόκειται για μια αμιγώς πολιτική πράξη, και όχι τόσο θρησκευτική. 

Τέλος, οι όποιες καταδίκες από διεθνείς φορείς, όπως είναι η UNESCO, δεν φαίνεται να επιφέρουν κάποιο αποτέλεσμα. Άλλωστε, ο Τούρκος πρόεδρος, στο μήνυμα προς τον λαό του την Πρωτοχρονιά του 2021, χαρακτήρισε τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί ως ένα από τα σημαντικότερα πεπραγμένα της κυβέρνησής του για το 2020, γεγονός που δείχνει ότι, τουλάχιστον επί της προεδρίας του, δεν θα έπρεπε να αναμένουμε κάποια εξέλιξη.

Ο Επίλογος της εργασίας

Η βυζαντινή κληρονομιά, που εκφράζεται και με την ιδιαίτερη σχέση του Ελληνισμού με το μνημείο της Αγίας Σοφίας, παραμένει ισχυρή στο θυμικό των Ελλήνων, που έχουν άμεση σύνδεση με αυτόν λόγω καταγωγής ή διαμονής στην Κωνσταντινούπολη. Οι ενθυμήσεις της Ρωμιοσύνης και της βυζαντινής αίγλης προσδίδουν μια θρυλική διάσταση στο μνημείο το οποίο ούτως ή άλλως αποτελεί ένα αρχιτεκτονικό θαύμα, τόσο για την εποχή που κατασκευάστηκε, πριν από 1.500 χρόνια, όσο και σήμερα.

Η ιδιαίτερη αυτή σχέση εκφράζεται με φορτισμένες περιγραφές περί «δέους» και «ψυχικής ανάτασης», από τους συνεντευξιαζόμενους κατέθεσαν την ψηφιακή μαρτυρία τους, ανακαλώντας τη βιωματική τους σχέση με τον ναό. Μεταξύ αυτών, δεν εκλείπουν και οι περιπτώσεις μιας πιο πραγματιστικής προσέγγισης, αποστασιοποίησης δηλαδή από την ιστορική σημασία του μνημείου, και έμφασης στα ουσιαστικά και πρακτικά σημαίνοντα των Ρωμιών που έχουν απομείνει στην Κωνσταντινούπολη, όπως είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Παράλληλα, παρατηρείται ότι η Αγία Σοφία αποτελεί εστία θαυμασμού αλλά και «υπερηφάνειας» και για μορφωμένους -κυρίως- Τούρκους πολίτες, που διαβιούν στην Κωνσταντινούπολη.

Η πρόσφατη μετατροπή του μνημείου από μουσείο σε ισλαμικό τέμενος, μια πρωτοβουλία του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις και συναισθήματα, όπως η θλίψη, αλλά και η μήνις των συνεντευξιαζόμενων, που κρίνουν την εξέλιξη ως ένα νέο «χτύπημα» στην ήδη λαβωμένη Ρωμιοσύνη, όσο και ως «προσβολή» για τους ίδιους προσωπικά. Για τους μουσουλμάνους, αν και υπάρχει η παραδοχή ότι αυτή η πράξη δεν επιτάσσεται από τη θρησκεία τους και μάλλον παραδοσιακά προτείνεται η αποφυγή τέτοιων ενεργειών, εν τούτοις υφίσταται η κατανόηση -άρα και η αποδοχή- της πρωτοβουλίας αυτής, αξιολογούμενης τελικά από πολιτικά κριτήρια.

Οι αντιδράσεις, φορέων του Πολιτισμού και χιλιάδων ακαδημαϊκών, ακόμα και διεθνών οργανισμών υψηλού κύρους, όπως η UNESCO, δεν αναμένεται να επιφέρουν κάποια μεταβολή στο καθεστώς της Αγίας Σοφίας, τουλάχιστον υπό τις παρούσες συνθήκες και την ισχύουσα γεωπολιτική κατάσταση.