Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του zougla.gr στην GoogleΤου Πολύβιου Κανέ
Σαν σήμερα, 19 Αυγούστου, τα τουφέκια των φασιστών του Φράνκο δολοφονούσαν τον ποιητή, τον αριστερό, τον διανοητή και τον ανοικτά ομοφυλόφιλο επαναστάτη.
Τον εκτέλεσαν στη Γρανάδα, τη δική του την Γρανάδα, αλλά τα οστά του δεν βρέθηκαν ποτέ.
Παρέα με τον Νταλί και τον Λουίς Μπινουέλ, ο Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα έγινε σύμβολο. Σύμβολο οδύνης, θυσίας, λεβεντιάς.
Τον μετέφρασαν σπουδαίοι Έλληνες, όπως ο Νίκος Γκάτσος.
Μελοποίησαν τα ποιήματά του σπουδαίοι μουσικοί, όπως ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις.
Ο «Ματωμένος Γάμος» αποτέλεσε ορόσημο στη θεατρική δημιουργία.
Τον σκότωσαν γιατί ήταν μεγάλος και γιατί η αγκαλιά του χωρούσε πολλούς και πολλά. Ήταν επικίνδυνος λοιπόν γιατί ήξερε πολλά, κατάφερε πολλά, ανέδειξε πολλά.
Το εμβληματικό ποίημά του «Ο θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας» μετέφρασε στα ελληνικά ο Νίκος Γκάτσος. Μία απόδοση εκπληκτική.
Ο Θρήνος για τον Ιγνάσιο Σάντσιεθ Μεχίας του Λόρκα
Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της λεγόμενης «γενιάς του 1927» στην Ισπανία. Ως ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, ο Λόρκα είναι ο δημιουργός ενός βαθιά τραγικού κόσμου, που εναρμονίζει στοιχεία της λαϊκής ισπανικής παράδοσης και του υπερρεαλισμού.
Ο Θρήνος για τον Ιγνάσιο Σάντσιεθ Μεχίας (Llianto por Ignacio Sanchez Mejías, 1934) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του Λόρκα και γράφτηκε μέσα από τη συντριβή του για τον θάνατο του διάσημου ταυρομάχου και διανοούμενου φίλου του.
Ο Μεχίας είχε τραυματιστεί θανάσιμα στην αρένα της μικρής πόλης Μανθανάρες, νότια της Μαδρίτης, στις 11 Αυγούστου 1934.
Το έργο, που δημοσιεύτηκε το 1935, αποτελείται από τέσσερα μέρη: «Ι. Το χτύπημα κι ο θάνατος», «ΙΙ. Το σκόρπιο αίμα», «ΙΙΙ. Σώμα στην πέτρα» και «IV. Ψυχή φευγάτη».
Εδώ παρατίθεται το ποίημα «Ι. Το χτύπημα κι ο θάνατος» (“Ι. La cogida y la muerte”)» σε ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά από τον Νίκο Γκάτσο:
Ι. ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ*
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.
Φέρνει εν’ αγόρι το νεκροσέντονο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Έτοιμος κι ο κουβάς με τον ασβέστη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Θάνατος τ’ άλλα, θάνατος μονάχα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Ψηλά παίρνει ο αγέρας τα βαμπάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Το οξείδιο σπέρνει κρύσταλλο και νίκελ
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Κι η σάρκα μ’ ένα κέρατο θλιμμένο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Χορδή τυμπάνου αρχίζει να χτυπά
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αρσενικού καμπάνες κι ο καπνός
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Βουβοί συντρόφοι στ’ άχαρα σοκάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Του ταύρου η καρδιά μονάχα ολόρθη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν
πέντε η ώρα που βραδιάζει,
όταν η αρένα γέμισε με ιώδιο
πέντε η ώρα που βραδιάζει,
τ’ αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.
Μια κάσα με καρούλια το κρεβάτι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σουραύλια ηχούν και κόκαλα στ’ αυτί του
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Στο μέτωπο του ο ταύρος μουκανίζει
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Η κάμαρα ιριδίζει από αγωνία
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Από μακριά σιμώνει κιόλα η σήψη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σάλπιγγα κρίνου στον χλοερό βουβώνα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Οι πληγές του εκαίγανε σαν ήλιοι
πέντε η ώρα που βραδιάζει,
και το πλήθος να σπάει τα παραθύρια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Ά, τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει!
Ήτανε πέντε σ’ όλα τα ρολόγια.
Ήτανε πέντε κι έπεφτε το βράδυ.

