Με αφορμή τη σημερινή επέτειο από τη γέννηση του Τσάρλι Τσάπλιν, το έργο του αναδεικνύεται πιο επίκαιρο και διαχρονικό από ποτέ. Σαν σήμερα συμπληρώνονται 137 χρόνια από τη γέννηση ενός από τους σημαντικότερους δημιουργούς στην ιστορία του κινηματογράφου, του οποίου η συμβολή υπήρξε καθοριστική, τόσο σε καλλιτεχνικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.
Εμβληματικό παράδειγμα αποτελεί η ταινία «Ο Μεγάλος Δικτάτορας» (1940), η πρώτη ομιλούσα δουλειά του, η οποία διατηρεί μέχρι σήμερα έναν έντονα προφητικό χαρακτήρα. Με οξυδέρκεια και τόλμη, αποτυπώνει τα δεινά που εξακολουθούν να απασχολούν τον σύγχρονο κόσμο, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική της αξία.
Στο έργο αυτό, ο Τσάπλιν δεν περιορίζεται σε μια απλή σάτιρα, αλλά προχωρά σε ουσιαστική αποδόμηση των ολοκληρωτικών ιδεολογιών. Υιοθετώντας διπλό ρόλο, αποκαλύπτει τους μηχανισμούς χειραγώγησης και εξουσίας, αναδεικνύοντας καίρια τα αδιέξοδα και τις προκλήσεις κάθε περιόδου. Σε μια συγκυρία όπου πολλοί δίσταζαν να συγκρουστούν με τον φασισμό, ο Τσάπλιν τόλμησε να τον σατιρίσει ανοιχτά, στέλνοντας ένα ισχυρό μήνυμα υπέρ της ελευθερίας και της ανθρωπιάς.

«Ο Μεγάλος Δικτάτορας» (1940)
Ο σπουδαίος καλλιτέχνης άφησε πίσω του ένα έργο βαθιά ανθρώπινο, όπου το χιούμορ συνυπάρχει με την κοινωνική κριτική, διαμορφώνοντας μια κινηματογραφική παρακαταθήκη που εξακολουθεί να συγκινεί και να προβληματίζει.

Τσάρλι Τσάπλιν
Ο Τσαρλς Σπένσερ Τσάπλιν γεννήθηκε στις 16 Απριλίου 1889 στο Λονδίνο, σε μια οικογένεια καλλιτεχνών του θεάτρου. Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από φτώχεια και δυσκολίες. Μετά τον χωρισμό των γονιών του και την ασθένεια της μητέρας του, βρέθηκε αντιμέτωπος με σκληρές συνθήκες διαβίωσης, που θύμιζαν τις ιστορίες του Ντίκενς.
Ειδικότερα, η μητέρα του εγκατέλειψε τον χώρο του θεάματος και άρχισε να δουλεύει ως ράφτρα. Η φτώχεια την οδήγησε μαζί με τα δύο παιδιά της σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης, ενώ το 1895 μπήκε στο φτωχοκομείο, απ’ όπου ο μικρός Τσάρλι έζησε σε μια κόλαση, που θα τον σημαδέψει. Αλλά τα προβλήματα δεν σταμάτησαν εκεί. Η μητέρα του μπήκε σε άσυλο φρενοβλαβών και ο πατέρας του ανέλαβε την επιμέλεια του Τσάρλι και του αδελφού του Σίντνεϊ. Γρήγορα έμειναν ορφανοί και ξέμειναν με την ερωμένη του πατέρα τους, η οποία ήταν επίσης αλκοολική. Τελικά τοποθετήθηκαν σε ένα διαμέρισμα μόνοι τους, προσπαθώντας να επιβιώσουν.

Τσάρλι Τσάπλιν
Την πρώτη του επαφή με το σανίδι ο Τσάρλι Τσάπλιν την είχε σε ηλικία πέντε ετών. Ήταν η εποχή, που ακόμη η μητέρα του δεν είχε αρρωστήσει και εγκαταλείψει το θέατρο. Ένα βράδυ, που ήταν άρρωστη, την αντικατέστησε ερμηνεύοντας με κωμικό τρόπο ένα σουξετράγουδο της εποχής, κερδίζοντας το κοινό.
Αργότερα, έγινε μέλος του παιδικού θιάσου «Οι οκτώ λεβέντες του Λανκασάιρ», ενώ το 1903 ο Τσάρλι έγινε μέλος ενός θιάσου και έπαιξε στην παράσταση «Τζιμ», στην οποία υποδυόταν ένα χαμίνι στους δρόμους του Λονδίνου. Στη συνέχεια συμμετείχε σε διάφορες παραστάσεις και με αφορμή μία περιοδεία ενός θιάσου, που δούλευε, στην Αμερική, του μπήκε η ιδέα να μεταναστεύσει εκεί, για πολλά χρόνια, χτίζοντας με πολύ κόπο και τεράστια αποθέματα ανθρωπιάς και καλλιτεχνικής έμπνευσης τον μύθο του.
Στην Αμερική συνεργάστηκε αρχικά με την εταιρεία Keystone, όπου γύρισε δεκάδες ταινίες μικρού μήκους και διαμόρφωσε τη χαρακτηριστική φιγούρα του «Σαρλό» – του περιπλανώμενου, φτωχού, αλλά αξιοπρεπούς ανθρώπου. Η μορφή αυτή έγινε σύμβολο των καταπιεσμένων και των απλών ανθρώπων.
Με τις επόμενες συνεργασίες του και την καλλιτεχνική του ανεξαρτησία, ο Τσάπλιν ανέπτυξε πλήρως τη δημιουργικότητά του.

Ο Τσάρλι Τσάπλιν το 1918
Η πρώτη ταινία του «Making a living» (1914) δεν ενθουσίασε τους παραγωγούς του εκκολαπτόμενου τότε Χόλιγουντ, οι οποίοι όμως διέκριναν στον Άγγλο κωμικό με το αστείο περπάτημα ένα ξεχωριστό ταλέντο. Ο Τσάπλιν ήθελε να κατακτήσει το καινούργιο μαζικό είδος διασκέδασης, μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη όλη την εμπειρία του πλανόδιου θεατρίνου.
Λίγους μήνες αργότερα και με 11 ταινίες στο ενεργητικό του νιώθει ήδη «βετεράνος» ηθοποιός, έτοιμος να πάρει ο ίδιος την κάμερα στα χέρια του. Είναι η εποχή του πειραματισμού, μέσα από τον οποίο θα γεννηθεί η τόσο οικεία και παγκοσμίως αναγνωρίσιμη εικόνα του Σαρλό: του καλοκάγαθου αλητάκου με το κοντό μαύρο μουστάκι, τα υπερμεγέθη παπούτσια, το ημίψηλο καπέλο σε μικρότερο από το κανονικό νούμερο και το μπαστούνι από μπαμπού, που προσπαθεί να επιβιώσει, διατηρώντας την αξιοπρέπειά του μέσα σ’ ένα κόσμο κοινωνικής αδικίας και ανισότητας.
Το 1921 βγαίνει στις αίθουσες το «Χαμίνι» («The Kid»), το οποίο μένει στην ιστορία ως το πρώτο αριστούργημά του. Εν τω μεταξύ, τα φτωχικά νιάτα του είναι μια μακρινή ανάμνηση. Με το νέο συμβόλαιο που υπογράφει στην εταιρεία Mutual, ο Τσάπλιν γίνεται ο πιο ακριβοπληρωμένος άνθρωπος στο Χόλιγουντ, με μισθό που δεν πέφτει κάτω από τις 10.000 δολάρια την εβδομάδα και με ένα επιπλέον μπόνους 150.000 δολαρίων. Διανύει την πιο δημιουργική περίοδο της καριέρας του, καθώς αναδεικνύεται σε ανυπέρβλητο μάστορα της παντομίμας, ικανό να οδηγεί τους θεατές του από το γέλιο στο δάκρυ με μία απλή έκφραση ή χειρονομία και με χάρη που συχνά παρομοιάζεται με εκείνη ενός χορευτή μπαλέτου.
Το 1919 ιδρύει τη United Artists μαζί με δύο ακόμη μεγάλους ηθοποιούς της εποχής του, τη Μαίρη Πίκφορντ και τον Ντάγκλας Φέρμπανκς, και συνεχίζει τις εισπρακτικές επιτυχίες του, αγνοώντας για αρκετά χρόνια τη νέα τεχνολογία του ομιλούντος κινηματογράφου, φοβούμενος ότι η ουσία της τέχνης του, η παντομίμα, θα εξαφανιζόταν ανάμεσα στους διαλόγους. Έργα του, όπως «Τα φώτα της πόλης» («City Lights»,1931) και οι «Μοντέρνοι καιροί» («Modern Times», 1936) ήταν βωβές ταινίες που γνώρισαν τεράστια επιτυχία την εποχή του ομιλούντος κινηματογράφου.
Το 1936, με τους «Μοντέρνους Καιρούς», παρουσίασε μια καυστική σάτιρα της βιομηχανικής κοινωνίας και της αποξένωσης του ανθρώπου. Μέσα από την ιστορία ενός εργάτη που συνθλίβεται από τη μηχανή της παραγωγής, ανέδειξε τις συνέπειες της εκμετάλλευσης και της απανθρωποποίησης.
Λίγα χρόνια αργότερα, ο «Μεγάλος Δικτάτορας» ήρθε να επιβεβαιώσει το θάρρος και τη διορατικότητά του.
Η πολιτική του στάση ήταν πάντα σαφής. Μέσα από τις ταινίες του ανέδειξε ζητήματα όπως η φτώχεια, η εκμετάλλευση, η μετανάστευση και η κοινωνική αδικία. Δεν περιορίστηκε ποτέ στον ρόλο του διασκεδαστή, ενώ υπήρξε ένας καλλιτέχνης με έντονη κοινωνική συνείδηση.
Οι απόψεις του, ωστόσο, τον έφεραν σε σύγκρουση με το αμερικανικό κατεστημένο. Κατά την περίοδο του μακαρθισμού κατηγορήθηκε ως κομμουνιστής και, πικραμένος, αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία το 1952.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του έζησε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Το 1972 επέστρεψε για λίγο στις ΗΠΑ, όπου τιμήθηκε με Όσκαρ για τη συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο, ενώ το 1975 χρίστηκε Ιππότης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας από τη βασίλισσα Ελισάβετ κι έγινε «σερ».

Η Ούνα Ο’ Νιλ με τον Τσάρλι Τσάπλιν

Οι γυναίκες της ζωής του
Η φήμη του ως γυναικά και, ιδίως, η ιδιαίτερη προτίμησή του σε πολύ νεαρές γυναίκες ήταν ευρέως γνωστή και συχνά αποτελούσε αιτία επικρίσεων. Παντρεύτηκε συνολικά τέσσερις φορές, με δύο από τους γάμους του να προκαλούν ιδιαίτερη αίσθηση λόγω της ηλικίας των συζύγων του: σε ηλικία 28 ετών νυμφεύτηκε τη 16χρονη ηθοποιό Μίλντρεντ Χάρις, ενώ στα 35 του παντρεύτηκε την εντυπωσιακή Λολίτα Μακ Μάρεϊ (γνωστή αργότερα ως Λίτα Γκρέι). Στα 44 του ακολούθησε ο γάμος του με τη 19χρονη ηθοποιό Πολέτ Γκοντάρ.
Τέταρτη και τελευταία σύζυγός του υπήρξε η Ούνα Ο’ Νιλ, κόρη του θεατρικού συγγραφέα Ευγένιου Ο’ Νιλ. Όταν παντρεύτηκαν, εκείνος ήταν 54 ετών και εκείνη μόλις 18. Παρά τις έντονες αντιρρήσεις του πατέρα της, ο γάμος τους αποδείχθηκε μακρόβιος, διαρκώντας μέχρι τον θάνατο του Τσάπλιν, ενώ μαζί απέκτησαν οκτώ παιδιά. Συνολικά, ο Τσάπλιν απέκτησε έντεκα παιδιά: ένα από τον πρώτο, δύο από τον δεύτερο και οκτώ από τον τελευταίο του γάμο.
Πέθανε το 1977, σε ηλικία 88 ετών, αφήνοντας πίσω του μια ανεκτίμητη καλλιτεχνική κληρονομιά.
Το έργο του Τσάπλιν παραμένει ζωντανό και επίκαιρο, θυμίζοντας πως το γέλιο μπορεί να γίνει όπλο απέναντι στην αδικία και πως η τέχνη, όταν υπηρετεί τον άνθρωπο, δεν παλιώνει ποτέ.

