Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του zougla.gr στην GoogleΣτις 14 Σεπτεμβρίου 2001 έφυγε από τη ζωή ο Στέλιος Καζαντζίδης, ένας από τους μεγαλύτερους και πιο αγαπητούς λαϊκούς τραγουδιστές στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Ήταν 70 ετών.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, η φωνή του εξακολουθεί να ακούγεται σαν να μην πέρασε μια μέρα. Τα τραγούδια του συνεχίζουν να ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά, να συγκινούν, να θυμίζουν πρόσωπα και εποχές και να μιλούν με έναν μοναδικό τρόπο για τη χαρά, τον πόνο, την ξενιτιά, την απώλεια και την ανάγκη του ανθρώπου να κρατηθεί όρθιος.
Ο Στέλιος Καζαντζίδης γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1931 στη Νέα Ιωνία Αττικής. Η ζωή του από τα πρώτα χρόνια μόνο εύκολη δεν ήταν. Μεγάλωσε μέσα στις στερήσεις και τις δυσκολίες μιας Ελλάδας που προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια της, κουβαλώντας παράλληλα τις πληγές του πολέμου και της προσφυγιάς.
Ήταν γιος του Χαράλαμπου Καζαντζίδη, ποντιακής καταγωγής και χτίστη στο επάγγελμα, και της Γεσθημανής, προσφυγοπούλας από τη Μικρά Ασία. Ο πατέρας του είχε πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση και, λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων και της δράσης του στα χρόνια της Κατοχής, η οικογένεια βρέθηκε αντιμέτωπη με διώξεις. Ακολούθησαν μετακινήσεις και περιπλανήσεις, μέχρι την επιστροφή τους στη Νέα Ιωνία το 1945.
Την ίδια χρονιά, όμως, μια ακόμη μεγάλη δοκιμασία ήρθε να αλλάξει τη ζωή της οικογένειας. Ο Χαράλαμπος Καζαντζίδης έφυγε από τη ζωή και ο νεαρός Στέλιος αναγκάστηκε να μεγαλώσει απότομα.
Από πολύ μικρός βγήκε στο μεροκάματο, προσπαθώντας να βοηθήσει τη μητέρα του και τον μικρότερο αδελφό του, Στάθη. Δούλεψε σε εργοστάσια και υφαντουργεία, έγινε αχθοφόρος, καστανάς και οικοδόμος, ενώ πουλούσε τσιγάρα και κρύο νερό σε κεντρικά σημεία της Αθήνας. Η εφηβεία του δεν είχε τίποτα από την ανεμελιά που θα περίμενε κανείς. Ήταν μια σκληρή μαθητεία στη ζωή, που αργότερα θα αποτυπωνόταν με τον δικό της τρόπο στα τραγούδια του.

Στέλιος Καζαντζίδης
Η κιθάρα που άλλαξε τη ζωή του
Γύρω στο 1950, ενώ εργαζόταν ως εργάτης σε εργοστάσιο στον Περισσό, συνέβη ένα περιστατικό που έμελλε να αλλάξει την πορεία του.
Το αφεντικό του τον άκουσε να τραγουδά την ώρα της δουλειάς και εντυπωσιάστηκε από τη φωνή του. Του χάρισε μια κιθάρα και από τότε το όργανο αυτό έγινε σχεδόν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του. Ο πρώτος του δάσκαλος ήταν ο Στέλιος Χρυσίνης, ο τυφλός συνθέτης και μουσικός που τον βοήθησε να κάνει τα πρώτα του βήματα.
Σύντομα η φωνή του άρχισε να γίνεται γνωστή στις γειτονιές. Ένας γείτονάς του, που διατηρούσε ταβέρνα, αποφάσισε να του δώσει την ευκαιρία να τραγουδήσει εκεί, προσφέροντάς του ως αμοιβή ένα πιάτο φαγητό.
Από αυτές τις μικρές αρχές ξεκίνησε μια πορεία που κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί πού θα έφτανε.
Οι εμφανίσεις του στις ταβέρνες και η ιδιαίτερη φωνή του άρχισαν να συζητιούνται στους μουσικούς κύκλους. Το 1952 έκανε το πρώτο του βήμα στη δισκογραφία, ερμηνεύοντας το τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα «Για μπάνιο πάω», ένα τραγούδι που γράφτηκε με αφορμή τον καύσωνα εκείνου του καλοκαιριού στην Αθήνα.
Ο πρώτος δίσκος δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία και όλα έδειχναν πως το ξεκίνημα θα έμενε χωρίς συνέχεια. Υπήρχε, όμως, ένας άνθρωπος που πίστεψε από νωρίς στις δυνατότητές του: ο Γιάννης Παπαϊωάννου.
Η συνεργασία τους έφερε το «Οι βαλίτσες», που γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Και κάπου εκεί άρχισε να γεννιέται αυτό που σύντομα θα γινόταν το «φαινόμενο Καζαντζίδης».
Από τις μεγάλες πίστες στην κορυφή
Η άνοδος του Καζαντζίδη υπήρξε γρήγορη και εντυπωσιακή. Εμφανίστηκε στα σημαντικότερα νυχτερινά κέντρα της εποχής και συνεργάστηκε με κορυφαίους δημιουργούς. Η φωνή του ταίριαζε ιδιαίτερα με τα τραγούδια του πόνου και του καημού, τραγούδια που μιλούσαν κατευθείαν στην καρδιά ενός κοινού που είχε γνωρίσει από πρώτο χέρι τη φτώχεια, την ξενιτιά και τις δυσκολίες.
Από το 1953 έως το 1956, στο πλευρό του βρέθηκαν στις εμφανίσεις και στη δισκογραφία η Ρένα Στάμου, η Βιολέτα, η Μαίρη Γρίλλη και η Καίτη Γκρέυ, μία από τις σημαντικές γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή του.

Καίτη Γκρέυ – Στέλιος Καζαντζίδης
Με την Καίτη Γκρέυ ο Καζαντζίδης συνδέθηκε τόσο προσωπικά όσο και καλλιτεχνικά. Η γνωριμία, η συνεργασία και ο αρραβώνας τους συνδέθηκαν με μεγάλες επιτυχίες, ανάμεσά τους και το «Απόψε φίλα με» του Μανώλη Χιώτη, το ντουέτο που άφησε τη δική του εποχή στο ελληνικό τραγούδι.

Καζαντζίδης και Μαρινέλλα
Καζαντζίδης και Μαρινέλλα
Η περίοδος από το 1957 έως το 1965 ήταν από τις πιο δημιουργικές και επιτυχημένες της καριέρας του.
Στη Θεσσαλονίκη γνώρισε τη Μαρινέλλα. Οι δυο τους έγιναν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά καλλιτεχνικά ζευγάρια του ελληνικού τραγουδιού, ενώ η σχέση τους πέρασε και στη ζωή. Παντρεύτηκαν τον Μάιο του 1964 και χώρισαν το 1966.
Μαζί πραγματοποίησαν σπουδαίες συνεργασίες και μεγάλες επιτυχίες, δίπλα σε ορισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής μουσικής. Βασίλης Τσιτσάνης, Γιάννης Παπαϊωάννου, Απόστολος Καλδάρας, Μανώλης Χιώτης, Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Λοΐζος, Μάνος Χατζιδάκις, Σταύρος Ξαρχάκος, Χρήστος Λεοντής και πολλοί ακόμη έγραψαν τραγούδια που ο Καζαντζίδης έκανε γνωστά με τη χαρακτηριστική ερμηνεία του.
Οι εμφανίσεις του στα μεγαλύτερα λαϊκά κέντρα της εποχής γνώριζαν τεράστια επιτυχία.

Η «Μαντουμπάλα» και η μάχη για τα δικαιώματα
Το 1959 ο Καζαντζίδης βρέθηκε αντιμέτωπος με τη δισκογραφική εταιρεία Columbia, με αφορμή τις τεράστιες πωλήσεις της «Μαντουμπάλα». Ο δίσκος είχε σημειώσει πρωτοφανή για την εποχή επιτυχία, με τις πωλήσεις να αγγίζουν τις 100.000.
Στην άλλη πλευρά του δίσκου υπήρχε το «Δυο πόρτες έχει η ζωή», σε μουσική του ίδιου του Καζαντζίδη.
Παρά την τεράστια εμπορική επιτυχία, ο τραγουδιστής δεν είχε λάβει ανάλογη οικονομική ανταμοιβή. Εκείνη την εποχή οι τραγουδιστές αμείβονταν με ένα εφάπαξ ποσό για κάθε ηχογράφηση και δεν συμμετείχαν στα έσοδα από τις πωλήσεις.
Ο Καζαντζίδης αποφάσισε να διεκδικήσει τα δικαιώματά του και δικαιώθηκε, ανοίγοντας ουσιαστικά έναν δρόμο που αφορούσε και τους υπόλοιπους τραγουδιστές.
Η απόφαση να φύγει από τα νυχτερινά κέντρα
Τον Οκτώβριο του 1965 ο Καζαντζίδης, η Μαρινέλλα και ο Μανώλης Αγγελόπουλος ετοίμαζαν συναυλίες που τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν. Λίγους μήνες αργότερα ο Στέλιος πήρε μια απόφαση που ξάφνιασε πολλούς: να σταματήσει τις ζωντανές εμφανίσεις στα νυχτερινά κέντρα.
Δεν του άρεσε η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στη νυχτερινή διασκέδαση και επέλεξε να απομακρυνθεί. Η Μαρινέλλα έχει αναφέρει χαρακτηριστικά ότι στο μαγαζί όπου εμφανιζόταν ο Καζαντζίδης υπήρχε ένας κανόνας που ο ίδιος επέβαλλε: οι τραγουδίστριες δεν κάθονταν στα τραπέζια των εύπορων πελατών.
Ήταν μια απόφαση που θα καθόριζε σε μεγάλο βαθμό την υπόλοιπη καλλιτεχνική του διαδρομή.
Το 1969 αποσύρθηκε για περίπου δύο χρόνια και από τη δισκογραφία. Επιχείρησε μάλιστα να δημιουργήσει τη δική του δισκογραφική εταιρεία, τη «STANDAR», όμως τα εμπόδια της εποχής και η λογοκρισία κατά τα χρόνια της Χούντας δεν του επέτρεψαν να προχωρήσει όπως θα ήθελε.
Παράλληλα, δοκίμασε την τύχη του και σε άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες, μεταξύ άλλων στην εκτροφή βατράχων και αργότερα στο ούζο «Υπάρχω».
«Η ζωή μου όλη» και το «Υπάρχω»
Το 1973 συνεργάστηκε με τον Άκη Πάνου και ηχογράφησε τον δίσκο «Η ζωή μου όλη». Το ομώνυμο τραγούδι γνώρισε τεράστια επιτυχία και έγινε ένα από τα τραγούδια που συνδέθηκαν περισσότερο με τον ίδιο.
Ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει το τραγούδι αγαπημένο του, λέγοντας σε συνέντευξή του στην «Ελευθεροτυπία» το 1982: «Η ζωή μου όλη, του Άκη Πάνου, με εκφράζει όσο κανένα άλλο».
Στα τέλη του 1975 κυκλοφόρησε το «Υπάρχω», σε μουσική του Χρήστου Νικολόπουλου και στίχους του Πυθαγόρα. Η συγκεκριμένη δουλειά αποτέλεσε ουσιαστικά το κλείσιμο ενός μεγάλου κύκλου, καθώς ακολούθησε η αποχώρησή του από τη δισκογραφία για περίπου δώδεκα χρόνια.
Το 1987 επέστρεψε με τον δίσκο «Ο δρόμος της επιστροφής», τον τελευταίο του στη MINOS. Ακολούθησε ο δίσκος «Ελεύθερος» στην PolyGram. Οι νέες του δουλειές σημείωσαν μεγάλη επιτυχία και έγιναν χρυσές και πλατινένιες, αποδεικνύοντας πως το κοινό δεν είχε πάψει στιγμή να τον περιμένει.
Η ζωή μακριά από τα φώτα
Ο δεύτερος και τελευταίος γάμος του Καζαντζίδη ήταν με τη Βάσω Κολοβού, τον Απρίλιο του 1982. Εκείνη στάθηκε δίπλα του μέχρι το τέλος της ζωής του.
Ο Στέλιος αγαπούσε ιδιαίτερα τη θάλασσα και το ψάρεμα. Ήταν ένα από τα πράγματα που τον ηρεμούσαν και τον έφερναν μακριά από τη δημοσιότητα και τη ζωή του καλλιτέχνη. Μεγάλο του όνειρο ήταν να αποκτήσει τη δική του βάρκα και τελικά το κατάφερε.
Ξεχωριστή θέση στην καρδιά του είχε πάντοτε η μητέρα του, Γεσθημανή. Η επιθυμία της να δει τη φωτογραφία της στο εξώφυλλο ενός δίσκου του έγινε πραγματικότητα, καθώς ο δίσκος «Ελεύθερος» αφιερώθηκε σε εκείνη.
Το τελευταίο τραγούδι που ερμήνευσε ήταν το «Έρχονται χρόνια δύσκολα». Ήταν η τελευταία του δισκογραφική παρουσία, λίγο πριν η υγεία του επιδεινωθεί.
Η φωνή που έμεινε πίσω
Ο Στέλιος Καζαντζίδης έφυγε από τη ζωή στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, νικημένος από τον καρκίνο.
Υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από ένας δημοφιλής τραγουδιστής. Η φωνή του έγινε το ηχείο μιας ολόκληρης κοινωνίας, εξέφρασε τον καημό του ξενιτεμένου, τη φτώχεια, την αδικία, τον έρωτα, αλλά και την ανάγκη του ανθρώπου να κρατηθεί όρθιος.
Αυτό είναι, εξάλλου, και το μεγαλύτερο αποτύπωμά του. Αυτό που άφησε πίσω του δεν ήταν απλώς μια μεγάλη δισκογραφία, αλλά μια ζωντανή παρακαταθήκη: δεκαετίες μετά τον θάνατό του, τα τραγούδια του δεν έμειναν εγκλωβισμένα στο παρελθόν. Συνεχίζουν να ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά, αποτελώντας ένα από τα πιο αυθεντικά κεφάλαια στην ιστορία του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού.
