Η απιστία ελλοχεύει στα γονίδια!

Πρώτη καταχώρηση: Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015, 07:26
Η απιστία ελλοχεύει στα γονίδια!
Η αμερικανική κοινωνία, όπως είναι γνωστό, αποδοκιμάζει έντονα τη συζυγική απιστία. Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση του 2013 μάλιστα, το 91% των αμερικανών τη βρίσκουν ηθικά λάθος. Πρόκειται για ένα ποσοστό μεγαλύτερο από αυτό που απορρίπτει τη πολυγαμία, την ανθρώπινη κλωνοποίηση και την ανθρωποκτονία. Ο αριθμός των αμερικανών, ωστόσο, που διαπράττουν σεξουαλική απιστία είναι σημαντικός. Μέσα στις τελευταίες δύο δεκαετίες , όπως δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία επίσημων φορέων, τα ποσοστά απιστίας έχουν σταθεροποιηθεί στο 21% περίπου για τους έγγαμους άνδρες και στο 10%-15% για τις έγγαμες γυναίκες

Έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε τη σεξουαλική απιστία σαν το σύμπτωμα μιας δυστυχούς σχέσης , ως ένα ηθικό ελάττωμα ή ακόμα και σαν το σημάδι του εκφυλισμού των κοινωνικών αξιών. Στο παρελθόν οι ψυχίατροι εκπαιδεύονταν να αναζητούν τα αίτια της απιστίας σε διάφορους συναισθηματικούς και αναπτυξιακούς παράγοντες, όπως είναι ένα ιστορικό ασταθών σχέσεων ή το πρότυπο ενός γονέα που ερωτοτροπεί. Σήμερα όμως οι εξηγήσεις αυτές δεν επαρκούν και οι επιστήμονες ψάχνουν τις απαντήσεις τους στην έκφραση των γονιδίων και τη λειτουργία των ορμονών.

Εδώ και αρκετά χρόνια είναι γνωστό πως οι άνδρες κατευθύνονται από μια γενετική παρόρμηση προς την απιστία, η οποία τους δίνει ένα εξελικτικό πλεονέκτημα με το να αυξάνει τις πιθανότητες τους να φέρουν στον κόσμο περισσότερους απογόνους. Τα νέα και εξαιρετικά ενδιαφέροντα ερευνητικά δεδομένα, όμως, δείχνουν ότι και κάποιες γυναίκες έχουν μια βιολογικά καθοριζόμενη τάση προς την απιστία αν και στην περίπτωση αυτή δεν φαίνεται ξεκάθαρα κάποιο εξελικτικό πλεονέκτημα. Πιο συγκεκριμένα, έχει βρεθεί ότι οι γυναίκες που φέρουν συγκεκριμένα αλληλόμορφα του γονιδίου που είναι υπεύθυνο για την έκφραση των υποδοχέων της βαζοπρεσσίνης είναι πιο πιθανό να ενδώσουν στη σεξουαλική απιστία.

Ο Brendan P. Zietsch, ψυχολόγος από το πανεπιστήμιο του Queensland στην Αυστραλία, προσπάθησε να διαπιστώσει εάν κάποια άτοπα έχουν μεγαλύτερη τάση προς την απιστία. Στη μελέτη συμμετείχαν 7.400 δίδυμοι που διατηρούσαν σταθερή σχέση για ένα τουλάχιστον χρόνο. Ο Dr. Zietsch εξέτασε τη σχέση μεταξύ της απιστίας και της ύπαρξης συγκεκριμένων αλληλόμορφων υπεύθυνων για την έκφραση των υποδοχέων της βαζοπρεσσίνης και της ωκυτοκίνης. Η βαζοπρεσσίνη είναι μια ορμόνη με ισχυρή επίδραση στην κοινωνική συμπεριφορά που επηρεάζει την ανάπτυξη εμπιστοσύνης και ενσυναίσθησης ,καθώς και τη δημιουργία σεξουαλικού δεσμού σε ανθρώπους και ζώα. Είναι λογικό λοιπόν οι μεταλλάξεις στο γονίδιο που είναι υπεύθυνο για την έκφραση των υποδοχέων της, να επηρεάζουν ενδεχομένως την ανθρώπινη σεξουαλική συμπεριφορά.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης το 9.8% των ανδρών και το 6.4% των γυναικών ανέφεραν ότι είχαν δύο ή περισσότερους σεξουαλικούς συντρόφους μέσα στο τελευταίο έτος. Βρέθηκε επίσης μια στατιστικά σημαντική συσχέτιση ανάμεσα σε 5 διαφορετικά αλληλόμορφα του γονιδίου της βαζοπρεσσίνης και τη σεξουαλική απιστία στην περίπτωση των γυναικών, ενώ παράλληλα δε βρέθηκε καμιά σχέση μεταξύ των υπεύθυνων γονιδίων για την ωκυτοκίνη και τη σεξουαλική συμπεριφορά σε κανένα από τα δύο φύλα. Το εντυπωσιακό εύρημα της μελέτης αυτής είναι ότι το 45% των συμπεριφορών σεξουαλικής απιστίας στις γυναίκες μπορεί να αποδοθεί στα γονίδια, γεγονός που εκπλήσσει αν αναλογιστεί κανείς όλους τους παράγοντες που είναι απαραίτητοι για τη διάπραξη της απιστίας, όπως είναι οι κατάλληλες συνθήκες και η ύπαρξη πρόθυμου και ικανού συντρόφου.

Αν και η μελέτη είχε αρκετά μεγάλο δείγμα δεν κατάφερε να ξεκαθαρίσει εάν υπάρχει σχέση ανάμεσα στην έκφραση του γονιδίου της βαζοπρεσσίνης και τη σεξουαλική απιστία και στην περίπτωση των ανδρών.

Άλλες μελέτες επιβεβαιώνουν ότι η ωκυτοκίνη και η βαζοπρεσσίνη σχετίζονται με τη δημιουργία δεσμού ανάμεσα στους δύο συντρόφους το οποίο εγείρει το σχετικό με την απιστία ερώτημα, από τη στιγμή που ο συναισθηματικός δεσμός είναι κατά μία έννοια το αντίστροφο της απιστίας. Ερευνητές από το ινστιτούτο Karolinska της Στοκχόλμης βρήκαν ότι στις γυναίκες, αλλά όχι στους άνδρες, υπάρχει μια σημαντική συσχέτιση μεταξύ ενός αλληλόμορφου του γονιδίου που είναι υπεύθυνο για τους υποδοχείς της ωκυτοκίνης και της συζυγικής ασυμφωνίας κι έλλειψης ενδιαφέροντος. Στους άνδρες βρέθηκε μια σημαντική συσχέτιση μεταξύ ενός αλληλόμορφου του γονιδίου που είναι υπεύθυνο για τους υποδοχείς της βαζοπρεσσίνης και τη μειωμένη ποιότητα του συζυγικού βίου, σύμφωνα με τις αναφορές των συζύγων .

Είναι σημαντικό βέβαια να σημειωθεί ότι πρόκειται για συσχετίσεις και όχι για αιτιώδεις σχέσεις, καθώς και να ληφθεί υπόψη ότι είναι αδιαφιλονίκητα πολλοί οι παράγοντες που συμβάλουν στη συμπεριφορά της απιστίας και οι οποίοι δεν έχουν εκτιμηθεί από τους ερευνητές. Είναι άλλωστε πολύ σπάνιο φαινόμενο ένα γονίδιο από μόνο του να καθορίζει εξολοκλήρου μια συμπεριφορά. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι τα παραπάνω ευρήματα δεν πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Ερευνητικά δεδομένα σε ζώα έρχονται να επιβεβαιώσουν το σημαντικό ρόλο της βαζοπρεσσίνης και της ωκυτοκίνης στη σεξουαλική συμπεριφορά.

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η εργασία του Dr. Thomas R. Insel, ο οποίος εξέτασε την επίδραση της βαζοπρεσσίνης και της ωκυτοκίνης σε ένα μικρό αρουραίο που ονομάζεται μίκρωτος. Υπάρχουν δυο διαφορετικά είδη μίκρωτου, αυτό που κατοικεί στα βουνά, το οποίο ζευγαρώνει με πολλούς συντρόφους και αυτό που κατοικεί στα λιβάδια, το οποίο είναι μονογαμικό και ανατρέφει την εκτεταμένη οικογένεια του σε λαγούμια. Μετά το ζευγάρωμα ο μίκρωτος του λιβαδιού αναπτύσσει γρήγορα μια επιλεκτική και ανθεκτική στο χρόνο προτίμηση για τη σύντροφο του, ενώ για το μίκρωτο του βουνού το ζευγάρωμα έχει περισσότερο το χαρακτήρα του ευκαιριακού σεξ. Αυτό που περιγράφει ο Dr. Insel είναι ότι η ριζική αυτή διαφορά ανάμεσα στα δύο είδη αντανακλά τη διαφορετική δράση της βαζοπρεσσίνης στον εγκέφαλό τους. Πιο συγκεκριμένα, οι υποδοχείς της βαζοπρεσσίνης βρίσκονται σε τελείως διαφορετικές εγκεφαλικές περιοχές σε αυτά τα δύο είδη, έτσι ώστε όταν ενεργοποιούνται να υπάρχουν διαφορετικά αποτελέσματα σε επίπεδο συμπεριφοράς.

Όταν μάλιστα έγινε έγχυση βαζοπρεσσίνης κατευθείαν μέσα στον εγκέφαλο του μονογαμικού μίκρωτου ενεργοποίησε τη δημιουργία δεσμού, ενώ αντίθετα η παρεμπόδιση των υποδοχέων βαζοπρεσσίνης ανέστειλε τη μονογαμική συμπεριφορά, αλλά δε σταμάτησε τη σεξουαλική δραστηριότητα. Με άλλα λόγια η βαζοπρεσσίνη φαίνεται πως προάγει τον κοινωνικό δεσμό και η αναστολή της δράσης της ενθαρρύνει την ευκαιριακή σεξουαλική δραστηριότητα. Στους μονογαμικούς μίκρωτους των λιβαδειών οι υποδοχείς της βαζοπρεσσίνης βρίσκονται κοντά στο κέντρο ανταμοιβής του εγκεφάλου, ενώ στους πολυγαμικούς μίκρωτους του βουνού οι ίδιοι υποδοχείς βρίσκονται κυρίως στην περιοχή της αμυγδαλής, η οποία παίζει σημαντικό ρόλο στην επεξεργασία του άγχους και του φόβου. Έτσι λοιπόν, το ζευγάρωμα για το μίκρωτο του λιβαδιού ενεργοποιεί το κύκλωμα της ευχαρίστησης και της ανταμοιβής, ενισχύοντας παράλληλα τη συμπεριφορά του ζευγαρώματος και προάγοντας το δεσμό και τη μονογαμική συμπεριφορά. Για το μίκρωτο του βουνού, όμως, το ζευγάρωμα δεν έχει καμία επίδραση στη δημιουργία δεσμού, με αποτέλεσμα ο κάθε σύντροφος να είναι κατάλληλος για ζευγάρωμα.
Οι ερευνητές μάλιστα κατάφεραν να ενισχύσουν τεχνητά τον αριθμό των υποδοχέων βαζοπρεσσίνης στο κέντρο ανταμοιβής του εγκεφάλου των πολυγαμικών μίκρωτων και να τους κάνουν να συμπεριφέρονται μονογαμικά. Παρόμοια ήταν τα αποτελέσματα και με τους θηλυκούς μίκρωτους, μόνο που στην περίπτωση αυτή η μονογαμική συμπεριφορά ενεργοποιείται από την ωκυτοκίνη και όχι από τη βαζοπρεσσίνη. Ακόμα δε γνωρίζουμε από ανθρώπινες μελέτες εάν τα γονίδια που είναι υπεύθυνα για την έκφραση των υποδοχέων της βαζοπρεσσίνης που συνδέονται με την απιστία καθιστούν πράγματι τον εγκέφαλο λιγότερο ικανό να ανταποκριθεί στις ορμόνες αυτές, αλλά τα ερευνητικά δεδομένα σε ζώα δείχνουν ότι κάτι τέτοιο είναι πιθανό.

Μια σειρά πειραματικών συνθηκών στις οποίες η ωκυτοκίνη και η βαζοπρεσσίνη χορηγούνται απευθείας σε ανθρώπους, έδειξαν ότι η επίδραση των ορμονών αυτών δεν περιορίζονται στη σεξουαλική δραστηριότητα, αλλά επεκτείνονται στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης και του κοινωνικού δεσμού. Σε μια μελέτη, για παράδειγμα, χορηγήθηκε στους συμμετέχοντες ρινικό σπρέι ωκυτοκίνης ή placebo και στη συνέχεια τους ζητήθηκε να παίξουν ένα παιχνίδι εμπιστοσύνης . Τα άτομα που έλαβαν το σπρέι ήταν πιο πιθανό να εμπιστευτούν το συμπαίκτη τους ακόμα και μετά από μια συμπεριφορά προδοσίας, ενώ τα άτομα που έλαβαν το placebo εμπιστεύονταν λιγότερο και ιδιαίτερα μετά την προδοσία λειτουργούσαν πολύ επιφυλακτικά. Η ωκυτοκίνη λοιπόν φαίνεται να ενισχύει την εμπιστοσύνη ακόμα και σε περιπτώσεις που μπορεί να μην είναι προς όφελος του υποκειμένου.

Σε μια άλλη μελέτη, στην οποία συμμετείχαν μόνο άνδρες, χορηγήθηκε βαζοπρεσσίνη για την ενίσχυση της μνήμης των συμμετεχόντων σχετικά με χαρούμενα ή θυμωμένα πρόσωπα και βρέθηκε ότι όντως την ενισχύει σε σύγκριση με το placebo, το οποίο σημαίνει ότι η χορήγηση βαζοπρεσσίνης θα μπορούσε να αυξήσει τόσο τη κοινωνική σύνδεση όσο και την επιθετική συμπεριφορά, από τη στιγμή που ενισχύει τη διαδικασία της κοινωνικής και συναισθηματικής μάθησης. Τα ευρήματα αυτά επίσης αναδεικνύουν τη δυνητική θεραπευτική χρήση της ωκυτοκίνης και της βαζοπρεσσίνης στα άτομα που εμπιστεύονται ελάχιστα ή υπερβολικά, καθώς και σε αυτά που αντιμετωπίζουν πρόβλημα στη σύναψη κοινωνικού δεσμού. Ο αυτισμός είναι ένα καλό παράδειγμα ελλείμματος της ικανότητας ανάπτυξης κοινωνικού δεσμού και υπάρχουν κάποια πρώτα αποτελέσματα που δείχνουν πως η χορήγηση ωκυτοκίνης μπορεί να είναι ευεργετική. Το σύνδρομο Williams, από την άλλη, είναι μια σπάνια γενετική ασθένεια με βασικό χαρακτηριστικό των παιδιών που τη φέρουν το ότι εμπιστεύονται ολοκληρωτικά και αδιάκριτα τον οποιονδήποτε. Η ασθένεια σχετίζεται με επίπεδα ωκυτοκίνης τρεις φορές πιο πάνω από τα φυσιολογικά και κατά συνέπεια ένα φάρμακο που την αναστέλλει θα μπορούσε ίσως να θέσει σε ύφεση την υπερβολική αυτή εμπιστοσύνη.

Η σεξουαλική μονογαμία δεν συνιστά ένα συχνό φαινόμενο στη φύση. Οι άνθρωποι ανήκουν στο 3%-5% των θηλαστικών που υιοθετούν την πρακτική της μονογαμίας, μαζί με ένα είδος αλεπούς της βορείου Αμερικής και τον κάστορα, αλλά ακόμα και σε αυτά τα είδη παρατηρείται ενίοτε η σεξουαλική απιστία..

Το εξελικτικό πλεονέκτημα της απιστίας στην περίπτωση των ανδρών είναι ξεκάθαρο. Όσο περισσότερες είναι οι σεξουαλικές σύντροφοι τόσο μεγαλύτερη θα είναι η αναπαραγωγική επιτυχία. Η αναπαραγωγική ικανότητα των γυναικών όμως, είναι πιο περιορισμένη από βιολογικής άποψης και κατά συνεπεία τα πράγματα δεν είναι το ίδιο ξεκάθαρα. Μπορεί το εξελικτικό πλεονέκτημα να μην υπάρχει, αλλά είναι σημαντικό να θυμάται κανείς ότι το κίνητρο της σεξουαλικής δραστηριότητας στους ανθρώπους πότε δεν ήταν μόνο η τεκνοποίηση. Η σεξουαλική απιστία μπορεί εκτός των άλλων να προσφέρει μεγάλη ευχαρίστηση γιατί μεταξύ άλλων περιλαμβάνει την ύπαρξη νέων ερεθισματων και σε ένα βαθμό την αναζήτηση νέων αισθήσεων και συμπεριφορών που ενεργοποιούν το κύκλωμα της ανταμοιβής του εγκεφάλου. Η σεξουαλική δραστηριότητα, τα χρήματα και η χρήση ουσιών , μεταξύ άλλων, μπορούν να ενεργοποιήσουν την απελευθέρωση ντοπαμίνης από το κύκλωμα αυτό, το οποίο δεν επιφέρει μόνο μια αίσθηση ευχαρίστησης αλλά επίσης ενημερώνει τον εγκέφαλο ότι αυτή είναι μια σημαντική εμπειρία την οποία πρέπει να θυμάται και να επαναλάβει.

Σε μια μελέτη του 2010, στην οποία συμμετείχαν 181 νέοι και υγιείς ενήλικες, βρέθηκε ότι τα άτομα που έφεραν ένα συγκεκριμένο αλληλόμορφο για έναν υποτύπο ντοπαμονικού υποδοχέα, τον D4, ήταν 50% πιο πιθανό να αναφέρουν ότι έχουν διαπράξει σεξουαλική απιστία. Αυτό το αληλόμορφο του D4 μειώνει τη σύνδεση της ντοπαμίνης στον υποδοχέα, με αποτέλεσμα τα άτομα που το φέρουν να αισθάνονται λιγότερο έντονα λιγότερο τα ερεθίσματα και αναζητούν περισσότερο κάτι νέο σε σύγκριση με αυτά που δεν το φέρουν.

Υπάρχει όμως ηθικό ελαφρυντικό στην περίπτωση που κάποιος φέρει το «ένοχο» γονίδιο; Η απάντηση των επιστημόνων είναι κατηγορηματικά αρνητική. Μπορεί να μην μπορούμε να ελέγξουμε την έκφραση των γονιδίων, αλλά μπορούμε να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με τα συναισθήματα και τις παρορμήσεις που δημιουργούν. Είναι σημαντικό όμως να γνωρίζει κανείς τη μεγάλη ποικιλομορφία των γονιδίων και τις ιδιαιτερότητες που προκύπτουν από αυτή στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Για κάποιους η σεξουαλική απιστία δεν είναι παρά ένας ανεπαίσθητος πειρασμός που περιορίζεται εύκολα, ενώ για άλλους είναι ένας διαρκής αγώνας με την ίδια τους τη βιολογία.

Το άρθρο επιμελήθηκε ο Κ.Κωνσταντινίδης, Χειρουργός, Ουρολόγος-Ανδρολόγος, Πρόεδρος του Ανδρολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, www.andrologia.gr

Τελευταία ενημέρωση: Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015, 07:31