Η κολλαγενάση δεν είναι πλέον διαθέσιμη για την αντιμετώπιση της νόσου Peyronie. Υπάρχουν άλλες εναλλακτικές;

Πρώτη καταχώρηση: Παρασκευή, 16 Απριλίου 2021, 16:55
Η κολλαγενάση δεν είναι πλέον διαθέσιμη για την αντιμετώπιση της νόσου Peyronie. Υπάρχουν άλλες εναλλακτικές;

Η νόσος Peyronie χαρακτηρίζεται από τον σχηματισμό ινωδών πλακών στον λευκό χιτώνα του πέους και μπορεί να οδηγήσει σε διάφορους τύπους παραμόρφωσης του οργάνου, όπως είναι η κάμψη του, η μείωση του μήκους, η στένωση του και η παραμόρφωση τύπου κλεψύδρα. Συνήθως εμφανίζεται σε άνδρες άνω των 50 και η εκτιμώμενη συχνότητα εμφάνισης κυμαίνεται από 3% έως 9%. Η αιτιολογία της παραμένει άγνωστη αλλά σύμφωνα με την περισσότερο αποδεκτή υπόθεση ενδέχεται να  οφείλεται σε αγγειακό μικροτραυματισμό κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης που έχει σαν συνέπεια μια μη ελεγχόμενη φλεγμονώδη αντίδραση εφόσον υπάρχει το ανάλογο γενετικό υπόβαθρο. 

Η εξέλιξη της νόσου διακρίνεται ξεκάθαρα σε δύο φάσεις, την οξεία και τη χρόνια. Κατά τη διάρκεια της οξείας φλεγμονώδους φάσης η πλάκα αρχίζει να σχηματίζεται και σταδιακά οι παραμορφώσεις κάνουν την εμφάνιση τους. Οι ασθενείς συνήθως βιώνουν πόνο σε αυτή την φάση. Στην χρόνια ή αλλιώς σταθερή φάση ο πόνος εξαφανίζεται και η κάμψη, ή όποια άλλη παραμόρφωση του πέους, σταθεροποιείται. Η πλάκα αρχίζει να σκληραίνει και η κάμψη του πέους συνήθως δεν υποχωρεί χωρίς κάποια παρέμβαση, αν και σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις έχει περιγραφεί αυθόρμητη υποχώρηση της. Ανάλογα με τη σοβαρότητα της κάμψης οι άνδρες μπορεί να δυσκολεύονται και να βιώνουν πόνο  κατά τη συνουσία,  γεγονός που προκαλεί ψυχοσυναισθηματική δυσφορία και προβλήματα στη σχέση.   

Πολλές συντηρητικές θεραπείες έχουν αναφερθεί βιβλιογραφικά όπως είναι η θεραπεία με κρουστικά κύματα, η ιοντοφόρεση και η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής τοπικά ή από το στόμα. Για καμία όμως δεν έχει αποδεδειχθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της σε μεγάλες καλοσχεδιασμένες  κλινικές δοκιμές. Η χειρουργική διόρθωση της νόσου ενδείκνυται σε άνδρες που διανύουν τη σταθερή φάση  και δεν μπορούν να έχουν σεξουαλική επαφή με διείσδυση. Αν και το χειρουργικό αποτέλεσμα- όταν  πρόκειται για κλινικές με εμπειρία στη διόρθωση των παραμορφώσεων του πέους που σχετίζονται με την νόσο Peyronie- είναι άρτιο, οι διαφορετικές χειρουργικές διαδικασίες που χρησιμοποιούνται ενδέχεται να έχουν κάποιες παράπλευρες επιπτώσεις, όπως είναι η μείωση του μήκους του πέους, η στυτική δυσλειτουργία, το μούδιασμα του πέους, η επανεμφάνιση της κάμψης, η ψηλάφηση των ραμμάτων κάτω από το δέρμα του πέους, καθώς και ο κίνδυνος να ανακύψει ανάγκη περιτομής κατά τη διάρκεια του διορθωτικού χειρουργείου. 

Το 2013 μετά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων δυο μεγάλων μελετών σχετικά με  την ασφαλή και αποτελεσματική χρήση του ιστολυτικού κλωστηρίου της κολλαγενάσης  (CCH) για την αντιμετώπιση της νόσου Peyronie δόθηκε η σχετική έγκριση από τον οργανισμό τροφίμων και φαρμάκων των ΗΠΑ. Από τότε πολλές είναι οι μελέτες που δείχνουν ότι η εν λόγω θεραπεία μειώνει την κάμψη κατά   28-34.4%, ενώ παράλληλα είναι αρκετά ασφαλής καθώς οι πιο σοβαρές επιπλοκές που αναφέρθηκαν ήταν η εμφάνιση εκχύμωσης μουδιάσματος  και αιματώματος. 

Πιο συγκεκριμένα η ερευνητική ομάδα του Levine ανέφερε το 2015 μια βελτίωση στην κάμψη του πέους από τις 53 μοίρες στις 34.7. Το 2016 η ερευνητική ομάδα  του Ziegelmann  βρήκε στην προοπτική μελέτη των 69 ασθενών βελτίωση της τάξεως του 14% μετά τον πρώτο κύκλο θεραπείας, 28% μετά τον δεύτερο, 30% μετά τον τρίτο και 37% μετά τον τέταρτο. Η ομάδα του Anaissie όμως δύο χρόνια μετά βρήκε ότι ο τέταρτος κύκλος δεν φέρνει στατιστικά σημαντική διαφορά  ενώ η καλύτερη ανταπόκριση λαμβάνει χώρα στον πρώτο κύκλο θεραπείας.  Ενδέχεται λοιπόν η θεραπεία να έχει καλά αποτελέσματα ακόμα και αν δεν χορηγηθεί ο τέταρτος κύκλος. 

 Μετά από την έγκριση του CCH ορισμένες ερευνητικές ομάδες εξέτασαν τροποποιήσεις του αρχικού θεραπευτικού πρωτοκόλλου καθώς και των κριτηρίων καταλληλότητας της θεραπείας έτσι ώστε να διατηρηθούν τα καλά θεραπευτικά αποτελέσματα με μικρότερο κόστος. Το 2017 δημοσιεύτηκε μια  προοπτική μελέτη 53 ασθενών με νόσο Peyronie που έλαβαν θεραπεία με CCH με τη χρήση ενός νέου πιο σύντομου πρωτοκόλλου. Στα συμπεράσματα τους καταλήγουν ότι οι τρεις κύκλοι ενέσεων με  CCH δίνουν παρόμοιο αποτελέσματα με αυτά των πρωτοκόλλων των 8 ενέσεων ενώ παράλληλα μειώνεται σημαντικά ο χρόνος και το κόστος της θεραπείας. 

Έχει επίσης διερευνηθεί η χρησιμότητα της  CCH σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες για τη νόσο Peyronie κι ιδιαίτερα με τη θεραπεία έλξης του πέους.  Αν και οι διαφορές που βρέθηκαν από το συνδυαστικό σχήμα δεν ήταν στατιστικά σημαντικές βρέθηκε ότι η συνδυαστική χρήση συσκευών έλξης πέους και CCH μπορεί να δώσει μια μέση μείωση της κάμψης κατά 23.29 μοίρες  σε δύο μόλις κύκλους θεραπειών. Είναι λοιπόν πιθανό η συνδυαστική θεραπεία να μειώσει τους απαραίτητους κύκλους θεραπείας και να φέρει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. 

Συμπερασματικά, η CCH έχει αποδειχθεί μια ασφαλής και αποτελεσματική θεραπεία για την νόσο Peyronie. Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις στις οποίες η ανταπόκριση στη θεραπεία δεν είναι η επιθυμητή και χρειάζεται χειρουργείο, το CCH επιτρέπει τη χειρουργική προσέγγιση από μια καλύτερη βάση μειώνοντας την πιθανότητα παρενεργειών όπως είναι η μείωση του μήκους του πέους και η στυτική δυσλειτουργία. Για το λόγο αυτό η απόφαση του κατασκευαστή τη θεραπείας (Endo Pharmaceuticals, Malvern, PA, USA)  να αποσύρει το CCH από την αγορά των ΗΠΑ έχει αφαιρέσει από τη φαρέτρα των ειδικών ένα σημαντικό όπλο για την αντιμετώπιση της νόσου Peyronie. Πρόκειται για μια απόφαση που ελήφθη  προφανώς  για λόγους καθαρά οικονομικούς από τη στιγμή που δεν έχουν αναφερθεί σοβαρές παρενέργειες κι επιπλοκές από την χρήση της θεραπείας. 

Από τη στιγμή όμως που υπάρχει η γνώση της αποτελεσματικότητας του  CCH , το να προσφέρει κανείς ως εναλλακτική στον ασθενή το χειρουργείο είναι ένα βήμα προς τα πίσω. Είναι σημαντικό λοιπόν να επανεκτιμηθούν τα όπλα στη φαρέτρα και να εντοπιστούν οι εναλλακτικές. 

Αρχικά είναι απαραίτητο να δοθεί έμφαση στην έγκαιρη διάγνωση της νόσου κατά το πρώιμο οξύ στάδιο. Εάν αυτό συμβεί αυξάνεται η πιθανότητα να αποφευχθούν οι παραμορφώσεις του πέους με τη χρήση συσκευών έλξης πέους ως μονοθεραπεία. Εάν διαγνωστεί η νόσος κατά την ενεργή της φάση είναι πιθανό να περιοριστεί σημαντικά τόσο η  ανάπτυξη της κάμψης όσο και η μείωση του μήκους του οργάνου. 

Στη συνέχεια οι ειδικοί επισημαίνουν ότι υπάρχουν ακόμα θεραπευτικές επιλογές για την αντιμετώπιση της νόσου μετά τη σταθεροποίηση της αν και η σχετική βιβλιογραφική τεκμηρίωση δεν είναι επαρκής. Αυτή τη στιγμή συμφωνά με  τις πιο πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία συστήνεται ενθέρμως η χρήση της ιντερφερόνης  α-2b για την αντιμετώπιση της νόσου Peyronie.  Το εν λόγω φάρμακο φαίνεται να μειώνει τον πολλαπλασιασμό των ινοβλαστών καθώς και την παράγωγη της εξωκυτταρικής στοιβάδας και του κολλαγόνου και βελτιώνει την διαδικασία επούλωσης από τις πλάκες σε περιβάλλον εργαστηρίου. Οι ενέσεις με ιντερφερόνης  α-2b κάθε 2 εβδομάδες για 12 συνολικά εβδομάδες  στις πλάκες βελτίωσαν σημαντικά την κάμψη του πέους, το μέγεθος και την πυκνότητα των πλακών και τον πόνο σε σύγκριση με το placebo. Μια μελέτη μάλιστα έδειξε ότι, ανεξάρτητα από τη τοποθεσία της πλάκας, η ιντερφερόνης α2b είναι μια αποτελεσματική θεραπευτική επιλογή. Οι παρενέργειες  που έχουν αναφερθεί είναι ήπιες και περιλαμβάνουν ιγμορίτιδα και συμπτώματα τύπου γρίπης εύκολα αντιμετωπίσιμα με τη χορήγηση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων πριν την ένεση. Η θεραπεία με ιντερφερόνης συστήνεται και για την θεραπεία της νόσου Peyronie μετά τη σταθεροποίηση της. 

www.andrologia.gr

Τελευταία ενημέρωση: Παρασκευή, 16 Απριλίου 2021, 20:17