Η λήψη φαρμάκων για τη στυτική δυσλειτουργία και οι επικίνδυνες σεξουαλικές συμπεριφορές σε ασθενείς με HIV

Η λήψη φαρμάκων για τη στυτική δυσλειτουργία και οι επικίνδυνες σεξουαλικές συμπεριφορές σε ασθενείς με HIV

Σύμφωνα με ερευνητικά ευρήματα που δημοσιευτήκαν στο Journal of Sexual Medicine, η λήψη φαρμάκων για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας (ΣΔ) δε φαίνεται να επηρεάζει τις επικίνδυνες σεξουαλικές συμπεριφορές σε ασθενείς που ζουν με HIV.

Οι βακτηριακές σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις ωστόσο παρέμειναν συχνές στη συγκεκριμένη ομάδα ασθενών.

Η στυτική δυσλειτουργία συνιστά ένα συχνό πρόβλημα για τους άνδρες με  HIV με το ποσοστό εμφάνισης να αγγίζει το 50%. Οι προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει μια σύνδεση ανάμεσα στην επικίνδυνη σεξουαλική συμπεριφορά και τη λήψη φαρμάκων για τη ΣΔ, ιδιαίτερα στην περίπτωση των ανδρών που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες.  Λίγα όμως είναι γνωστά για τους άνδρες που ζουν με το ιό  HIV.

Ακριβώς επειδή η πιθανότητα μετάδοσης του  HIV αυξάνει όταν υπάρχει συνυπάρχουσα μόλυνση από άλλες σεξουαλικές μεταδιδόμενες λοιμώξεις και δεδομένου ότι τα ποσοστά σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων είναι ιδιαιτέρως υψηλά στις ΗΠΑ, οι ερευνητές αποφάσισαν να εξετάσουν εάν η συνταγογράφηση φαρμάκων για τη ΣΔ επηρεάζει τη σεξουαλική συμπεριφορά, τα ποσοστά προληπτικού ελέγχου των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων, καθώς και τα ποσοστά διάγνωσης σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων

Στη μελέτη συμμετείχαν  2,924 άνδρες, οι οποίοι ζούσαν με τον  HIV. Το 20% λάμβανε αγωγή με σιλδεναφίλη, τανταλαφίλη ή βαρδεναφίλη για την αντιμετώπιση της ΣΔ. Το 69% των ανδρών  είχε σεξουαλικές επαφές με άνδρες ενώ οι υπόλοιποι είχαν με γυναίκες.  Η μέση ηλικία των ανδρών ήταν τα 48 έτη.

Οι ερευνητές επίσης εξέτασαν τα αρχεία προληπτικού ελέγχου για τρία σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις, τα χλαμύδια τη γονόρροια και τη σύφιλη για το διάστημα που ξεκινούσε 12 μήνες πριν την έναρξη της αγωγής για τη ΣΔ μέχρι και 12 μήνες μετά τη συνταγογραφήσει.

Τα ποσοστά προληπτικού ελέγχου για χλαμύδια και γονόρροια ήταν χαμηλά  καθώς λιγότεροι από το 20% των ανδρών εξετάστηκαν μέσα στα δύο 12μηνα. Ο έλεγχος για τη σύφιλη ήταν πιο τακτικός με το 59 % να εξετάζεται και στα δύο 12μηνα.

Διαγνωστήκαν συνολικά 43 σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις (25 σύφιλη, 10 χλαμύδια,  8 γονόρροια). Μόνο ένας άνδρας που είχε σεξουαλικές επαφές με γυναίκες διαγνώστηκε. Οι υπόλοιποι ήταν όλοι άνδρες που είχαν σεξουαλικές επαφές με άνδρες.

Πληροφορίες σχετικά με τη σεξουαλική συμπεριφορά ήταν διαθέσιμες για το 40%  των ασθενών. Από αυτούς το 77% ήταν σεξουαλικά ενεργό και πριν και μετά  τη συνταγογράφηση. Πληροφορίες σχετικά με τη χρήση προφυλακτικού ήταν διαθέσιμες στο 68% των σεξουαλικά ενεργών ανδρών, αλλά μόνο το 7% ανέφερε συστηματική χρήση προφυλακτικού. Λίγο πάνω από το 40% ανέφερε ότι είχε σεξουαλικές επαφές μετά τη χρήση ουσιών ή αλκοόλ. 

Οι συγγραφείς αφού επισημαίνουν τους αρκετούς περιορισμούς της μελέτης τους, αναδεικνύουν την ανάγκη περεταίρω διερεύνησης του πώς, ποτέ και πόσο συχνά τα φάρμακα για τη ΣΔ λαμβάνονται από άνδρες που ζουν με τον HIV.

Η αντιμετώπιση της ΣΔ στις κλινικές που παρέχουν φροντίδα σε ασθενείς με HIV  παρέχει μια εξαιρετική ευκαιρία για συζήτηση σχετικά με τους τρόπους μείωσης του κίνδυνου εμφάνισης σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων, τη σημασία του τακτικού προληπτικού ελέγχου και τις  ασφαλείς σεξουαλικές πρακτικές.

Πηγή: andrologia.gr

Τελευταία ενημέρωση: Κυριακή, 28 Ιουλίου 2019, 15:08