Πόσο χρόνο χρειάζονται οι μέθοδοι αντισύλληψης για να δράσουν;

Πρώτη καταχώρηση: Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020, 17:03
Πόσο χρόνο χρειάζονται οι μέθοδοι αντισύλληψης για να δράσουν;

Υπάρχουν τουλάχιστον δύο τρόποι για να μετρηθεί η αποτελεσματικότητα μιας αντισυλληπτικής μεθόδου. Ο πρώτος εξετάζει την αποτελεσματικότητά της με δεδομένο την ορθή και συνεπή χρήση της, ενώ ο δεύτερος  με βάση το φυσιολογικό επίπεδο σφάλματος που παρατηρείται εμπειρικά. 

Βασική παράμετρος που σχετίζεται με την ορθή χρήση και την αποτελεσματικότητα είναι ο χρόνος που απαιτεί μια μέθοδος μέχρι να αρχίσει να παρέχει αντισυλληπτική προστασία. Ο χρόνος αυτός διαφέρει από μέθοδο σε μέθοδο και συνιστά μια πολύτιμη πληροφορία προκειμένου το άτομο να κάνει τη σωστή επιλογή.

Ίσως η πιο διαδεδομένη μέθοδος αντισύλληψης είναι η λήψη του αντισυλληπτικού δισκίου. Όταν λαμβάνεται σε ημερησία βάση χωρίς να παραλείπεται δόση η αποτελεσματικότητά του φτάνει στο 99%. Στην περίπτωση που μια γυναίκα λαμβάνει χάπι προγεστίνης, εάν το πρώτο χάπι ληφθεί μέσα στις 5 πρώτες ημέρες του κύκλου της γυναίκας, προσφέρει άμεσα αντισυλληπτική προστασία. Εάν μια γυναίκα όμως έχει κύκλο 23 ημερών θα χρειαστεί να περιμένει δύο ολόκληρες ημέρες μέχρι το χάπι να έχει αντισυλληπτική δράση. Εάν λαμβάνεται χάπι που περιέχει συνδυασμό δύο ορμονών για την παρεμπόδιση της ωορρηξίας χρειάζεται να ληφθεί για επτά ημέρες προκειμένου να είναι δραστικό.  

Επίσης δημοφιλείς είναι και οι ενδομητρικές συσκευές. Πρόκειται για μικρές συσκευές που τοποθετούνται μέσα στη μήτρα και η αποτελεσματικότητά τους ως προς την αντισυλληπτική προστασία που παρέχουν φτάνει το 99%. Μια ενδομητρική συσκευή χαλκού δημιουργεί μια άσηπτη φλεγμονή στο περιβάλλον της μήτρας ώστε το σπέρμα να μην μπορεί να επιβιώσει σε αυτή. Είναι αποτελεσματική από την πρώτη στιγμή της τοποθέτησης και παραμένει δραστική για έως και 12 χρόνια. Υπάρχουν όμως και ορμονικές ενδομητρικές συσκευές οι οποίες αναστέλλουν την ωορρηξία απελευθερώνοντας προγεστίνη. Η αντισυλληπτική τους δράση ξεκινά επτά ημέρες μετά την τοποθέτησή τους. 

Πολλές γυναίκες επιλέγουν τα αντισυλληπτικά εμφυτεύματα. Πρόκειται για μικρές ράβδους οι οποίες τοποθετούνται κάτω από το δέρμα και απελευθερώνουν προγεστίνη. Εάν η τοποθέτησή τους γίνει μέσα στις πέντε πρώτες ημέρες του κύκλου η αντισυλληπτική δράση ξεκινά αμέσως, διαφορετικά ξεκινά μετά από επτά ημέρες.  

Μια άλλη επιλογή είναι τα επιθέματα τα οποία τοποθετούνται πάνω στο δέρμα σε εβδομαδιαία βάση και απελευθερώνουν οιστρογόνα και προγεστίνη. Το επίθεμα δεν τοποθετείται την εβδομάδα της εμμήνου ρύσης. Έχουν ποσοστό επιτυχίας 91% το οποίο όμως ενδέχεται να είναι μικρότερο στις γυναίκες που είναι υπέρβαρες ή παχύσαρκες.  Όπως συμβαίνει και με τα εμφυτεύματα, αν η τοποθέτηση τους γίνει μέσα στις πέντε πρώτες ημέρες του κύκλου η αντισυλληπτική δράση ξεκινά αμέσως, διαφορετικά ξεκινά μετά από επτά ημέρες.  

Άμεση αντισυλληπτική δράση έχουν όλες οι μέθοδοι φραγμού, αυτές δηλαδή που σταματούν τα σπερματοζωάρια στην πορεία τους προς το ωάριο και αποτρέπουν τη γονιμοποίηση. Αν συμπεριληφθεί το ποσοστό σφάλματος κατά τη χρήση, η αποτελεσματικότητα των μεθόδων αυτών είναι 88% για το κολπικό διάφραγμα, 79% για το γυναικείο προφυλακτικό και 82% για το ανδρικό. Άμεση αποτελεσματικότητα έχουν και τα σπερματοκτόνα με ποσοστό επιτυχίας 72%. 

Μια ακόμα ορμονική μέθοδος αντισύλληψης είναι ο κολπικός δακτύλιος. Η γυναίκα τον διατηρεί στον κόλπο της για τρεις εβδομάδες και τον αφαιρεί κατά την εβδομάδα της περιόδου. Το ποσοστό αποτυχίας είναι 9%. Εάν τοποθετηθεί κατά την πρώτη ήμερα του κύκλου έχει άμεση δράση, διαφορετικά χρειάζεται επτά ημέρες. Τέλος υπάρχουν και οι ενέσεις προγεστίνης οι όποιες χορηγούνται κάθε τρεις μήνες κι έχουν ποσοστό επιτυχίας 94%. Εάν η γυναίκα κάνει την ένεση  μέσα στις πέντε πρώτες ημέρες του κύκλου της, αυτή έχει άμεση δράση, διαφορετικά χρειάζονται επτά ημέρες.  

Σε κάποιες περιπτώσεις, άτομα που έχουν παιδιά, και δεν επιθυμούν άλλα, επιλεγούν μόνιμες μεθόδους αντισύλληψης. Πρόκειται για τη γυναικεία στείρωση και τη βαζεκτομή. 

Η γυναικεία στείρωση γίνεται με δύο τρόπους. Ο πρώτος γίνεται με την τοποθέτηση ενός σωλήνα σε κάθε σάλπιγγα. Οι σωλήνες αυτές ερεθίζουν τις σάλπιγγες και ενεργοποιούν την παραγωγή ουλώδη ιστού ο όποιος μειώνει τη διαβατότητα των σαλπίγγων κι εμποδίζει τη μετακίνηση του ωαρίου. Η εν λέγω μέθοδος αναπτύσσει αντισυλληπτική δράση μετά από τρεις μήνες. Άμεση δράση ωστόσο έχει ο δεύτερος τύπος γυναικείας στείρωσης που γίνεται με την απολίνωση των σαλπίγγων.

Η βαζεκτομή από την άλλη είναι μια χειρουργική διαδικασία που έχει σαν αποτέλεσμα την παρεμπόδιση των σπερματοζωαρίων να φτάσουν στο σπέρμα. Όταν πλέον το σπέρμα δεν έχει καθόλου σπερματοζωάρια η μέθοδος έχει 100% επιτυχία. Αρχικά ο αριθμός των σπερματοζωαρίων μειώνεται σταδιακά με βραδύ ρυθμό. Οι περισσότεροι άνδρες που έχουν υποβληθεί σε βαζεκτομή δεν έχουν καθόλου σπερματοζωάρια στο σπέρμα τους μετά από 12 εβδομάδες. Μια μελέτη του 2017 ωστόσο βρήκε ότι ενδέχεται να υπάρχουν σπερματοζωάρια στο σπέρμα ακόμα και 24 εβδομάδες μετά τη βαζεκτομή. Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να συνεχίζονται οι αναλύσεις σπέρματος μέχρι να επιβεβαιωθεί ο μηδενικός αριθμός σπερματοζωαρίων.  

Σε κάθε περίπτωση, το άτομο ή το ζευγάρι θα πρέπει να έχει λάβει την κατάλληλη ενημέρωση από τον ειδικό που εμπιστεύεται ώστε να κάνει τη σωστή επιλογή μεθόδου και να λάβει την κατάλληλη καθοδήγηση ώστε να τη χρησιμοποιήσει σωστά, μειώνοντας έτσι την πιθανότητα αποτυχίας.

Πηγή: andrologia.gr

Τελευταία ενημέρωση: Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020, 17:03