SEXUALITY: Πώς αντιμετωπίζονται οι υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις;

Πρώτη καταχώρηση: Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011, 12:41
SEXUALITY: Πώς αντιμετωπίζονται οι υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις;
Οι επαναλαμβανόμενες ουρολοιμώξεις που εμφανίζουν πολλοί άνθρωποι, και κυρίως γυναίκες, αποτελούν ένα συχνό ιατρικό πρόβλημα με ιδιαίτερες δυσκολίες, όσον αφορά στη διαγνωστική προσέγγιση και την αντιμετώπισή του. Κι αυτό διότι τέτοιοι ασθενείς επιβαρύνονται και ψυχολογικά, λόγω των επαναλαμβανόμενων εξετάσεων στις οποίες συχνά υποβάλλονται, αλλά και εξαιτίας της μακροχρόνιας θεραπείας που απαιτείται.

Όταν μιλάμε για ασθενή που παρουσιάζει υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις, εννοούμε ότι αντιμετωπίζει τρία ή περισσότερα επεισόδια ουρολοίμωξης στους τελευταίους 12 μήνες ή τουλάχιστον δύο επεισόδια στο τελευταίο εξάμηνο. Όταν αντιμετωπίζουμε το ίδιο μικρόβιο που είχε προκαλέσει και το προηγούμενο επεισόδιο, τότε συνήθως υπάρχει κάποιο πρόβλημα στο ουρογεννητικό σύστημα (λιθίαση, συγγενείς ανωμαλίες των νεφρών, χρόνια προστατίτιδα, συρίγγια του ουροποιητικού κ.λπ.), που ευνοεί την ανάπτυξη μικροβίων. Αυτό σημαίνει ότι αποτελεσματική αντιμετώπιση των ουρολοιμώξεων δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την αντιμετώπιση του αιτίου αυτού.

Από την άλλη, όταν το μικρόβιο είναι διαφορετικό, οι ουρολοιμώξεις μπορεί να οφείλονται σε αυξημένη ευαισθησία των ασθενών σε μικρόβια που επιφέρουν ουρολοιμώξεις, ιδιαίτερα σε γυναίκες. Στις περιπτώσεις αυτές, η επαναμόλυνση οφείλεται συνήθως σε μικρόβια που εντοπίζονται εκτός του ουροποιητικού συστήματος.

Παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη υποτροπιαζουσών ουρολοιμώξεων στις γυναίκες είναι η συχνότητα των σεξουαλικών επαφών, η χρήση σπερματοκτόνων, η ηλικία στην οποία πρωτοεμφανίστηκε ουρολοίμωξη, και το ανάλογο ιστορικό της μητέρας. Γενετικοί παράγοντες έχουν επίσης ενοχοποιηθεί. Επιπλέον, στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, παράγοντες κινδύνου αποτελούν η πρόπτωση της μήτρας, η κατακράτηση ούρων και η ακράτεια.

Στους άνδρες θα πρέπει να εξετάζεται και η περίπτωση απόφραξης της ροής των ούρων, που μπορεί να οφείλεται σε υπερπλασία προστάτη (συχνότερα) ή σε στενώματα ουρήθρας. Επίσης, νευρολογικές νόσοι ενδέχεται να εμποδίζουν τη φυσιολογική κένωση της ουροδόχου κύστεως, ευνοώντας την ανάπτυξη μικροβίων. Δεν πρέπει, τέλος, να ξεχνάμε ότι ουρολοιμώξεις που δεν υποχωρούν ή που υποτροπιάζουν πιθανώς να έχουν την αιτία τους σε μειωμένη άμυνα του οργανισμού.

Κάθε περίπτωση υποτροπιάζουσας ουρολοίμωξης θα πρέπει να ελέγχεται από τον γιατρό, για να διαγνωστούν πιθανά υποκείμενα νοσήματα εντός ή εκτός του ουροποιητικού συστήματος. Εξετάσεις που ενδεχομένως χρειαστεί να γίνουν είναι ο απεικονιστικός έλεγχος του ουροποιητικού με ακτινογραφίες, υπερηχογράφημα ή ενδοφλέβια πυελογραφία, ενώ μπορεί να απαιτηθούν και πιο ειδικές εξετάσεις, όπως η αξονική τομογραφία, ο ουροδυναμικός έλεγχος, η ουρηθρογραφία και η κυστεοσκόπηση. Η δυσκολία έγκειται στο ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν αποκαλύπτεται κάποιο αίτιο, αλλά ο γιατρός οφείλει να συνεχίσει τον έλεγχο, για να βεβαιωθεί ότι δεν του διαφεύγει κάποιο υποκείμενο νόσημα. Αυτή η διαδικασία είναι πολλές φορές χρονοβόρα και με κόστος οικονομικό αλλά και ψυχικό για τον ασθενή. Ωστόσο, ο γιατρός οφείλει να εξαντλήσει όλα τα διαγνωστικά περιθώρια.

Η αντιμετώπιση των ουρολοιμώξεων που υποτροπιάζουν είναι ένα από τα δύσκολα προβλήματα της καθημερινής ιατρικής πράξης και μπορεί να διαφέρει για κάθε ασθενή. Έτσι, περιπτώσεις που συνδέονται με τις σεξουαλικές επαφές στις γυναίκες μπορούν να αντιμετωπιστούν με μικρές δόσεις αντιβίωσης ύστερα από κάθε επαφή, ενώ έχει προταθεί και η προσπάθεια ούρησης μετά την επαφή. Συστήνεται, επίσης, η αποφυγή των σπερματοκτόνων.

Η χορήγηση οιστρογόνων συνιστάται σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, αφού η έλλειψη οιστρογόνων μπορεί να επηρεάζει τη φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου και να οδηγεί σε λοιμώξεις. Σε περιπτώσεις που κάποια ανωμαλία του ουροποιητικού, όπως π.χ. ένας λίθος, είναι η αιτία των ουρολοιμώξεων, επιβάλλεται η αντιμετώπιση της αρχικής αυτής αιτίας. Σε περιπτώσεις που δεν ανευρίσκεται κάποιο αίτιο, η προληπτική χορήγηση μίας δόσης αντιβίωσης πριν από τον ύπνο μπορεί να είναι η απάντηση στο πρόβλημα.

Το πρόβλημα είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις, μετά το τέλος της αντιβιοτικής προφύλαξης, τα συμπτώματα μπορεί να υποτροπιάσουν. Συστήνεται, επίσης, η αυτόματη έναρξη αγωγής από τον ίδιο τον ασθενή, σε περίπτωση που αναγνωρίσει τα συμπτώματα μίας νέας ουρολοίμωξης.

Τέλος, από τα απλούστερα μέτρα που έχουν εφαρμοστεί με επιτυχία είναι η λήψη χυμού βατόμουρου, για τον οποίο μελέτες έδειξαν ότι πιθανώς εμποδίζει την προσκόλληση των παθογόνων βακτηρίων στο ουροποιητικό σύστημα, προστατεύοντας από τις ουρολοιμώξεις.

Έχει σημασία να επαναλάβουμε ότι τα ερωτήματα «γιατί κάποιος εμφανίζει υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις;» και «πώς μπορεί κανείς να τις αντιμετωπίσει;» δεν είναι πάντα εύκολο να απαντηθούν. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή από τον γιατρό, για να μην μείνει αδιάγνωστη κάποια σοβαρή υποκείμενη πάθηση, ενώ και η επιλογή της θεραπείας είναι πολλές φορές δύσκολη, μακρόχρονη και με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα.

Αν η οριστική αντιμετώπιση ενός συγκεκριμένου αιτίου δεν είναι εφικτή ή σε περίπτωση που δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, ο στόχος είναι η ανακούφιση από τα συμπτώματα για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.


Το άρθρο υπογράφει ο Χ. Κυράτσας, Χειρουργός, Ουρολόγος-Ανδρολόγος, συνεργάτης του Ανδρολογικού Ινστιτούτου Αθηνών,

www.andrologia.gr

Τελευταία ενημέρωση: Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011, 12:41