SEXUALITY: Το σύνδρομο επώδυνης κύστης και η γονιδιακή έκφραση

Πρώτη καταχώρηση: Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012, 09:12
SEXUALITY: Το σύνδρομο επώδυνης κύστης και η γονιδιακή έκφραση
Μία πιλοτική μελέτη που έλαβε χώρα στο Kentucky αναδεικνύει πως η ανάλυση της γονιδιακής έκφρασης σε ίζημα ούρων θα μπορούσε να παράσχει μια μη παρεμβατική μέθοδο εξέτασης της διάμεσης κυστίτιδας σε κάποιους ασθενείς.

Η διάμεση κυστίτιδα ή το σύνδρομο επώδυνης κύστης είναι μια αγνώστου αιτιολογίας φλεγμονή της ουροδόχου κύστης, η οποία διακρίνεται σε δύο τύπους, ανάλογα με το εάν χαρακτηρίζεται ή όχι από έλκη στο βλεννογόνο, τα οποία ονομάζονται έλκη του Hunner. Η διερεύνηση του νοσήματος είναι δύσκολη εξαιτίας των περιορισμένων ερευνητικών μοντέλων σε ζώα και της ηθικής απαγόρευσης αναφορικά με την εφαρμογή παρεμβατικών ερευνητικών διαδικασιών σε ανθρώπους.

Οι ερευνητές, λοιπόν, επιχείρησαν να αναπτύξουν μια μη παρεμβατική μέθοδο εξέτασης του επιθηλίου της ουροδόχου κύστης όσο πιο άμεσα και αντικειμενικά γίνεται, με τη χρήση της μικροτεχνολογίας που επιτρέπει την εξέταση των κυττάρων που βρίσκονται στα ούρα. Η εναλλακτική θα ήταν η διεξαγωγή βιοψίας της ουροδόχου κύστης, η οποία κατ’ αρχάς θα απαιτούσε την αναισθησία του ασθενούς, ενώ παράλληλα θα ενείχε έναν μικρό κίνδυνο τραυματισμού της κύστης.

Τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν πως τα κύτταρα από τα ούρα ασθενών που είχαν έλκη του Hunner έφεραν μια ξεχωριστή γονιδιακή υπογραφή, καθοριστική για τη φλεγμονή. Τα ευρήματα ήταν σύμφωνα με αυτά μιας προηγούμενης μελέτης που χρησιμοποίησε τη μέθοδο της βιοψίας.

Η παρούσα μελέτη, όμως, είναι η πρώτη που χρησιμοποιεί μη παρεμβατική μέθοδο για να παράσχει έγκυρα αποτελέσματα που είναι πιθανό να οδηγήσουν στην ανάδειξη ενός μη παρεμβατικού βιοδείκτη για τη διάμεση κυστίτιδα με έλκη του Hunner. Οι γονιδιακές υπογραφές δεν βρέθηκαν να διαφέρουν ανάμεσα στον υγιή πληθυσμό και τους ασθενείς χωρίς έλκη.

Αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο πλαίσιο του διαλόγου για τον αν οι δύο τύποι της διάμεσης κυστίτιδας, με ή χωρίς έλκη, είναι διαφορετικές διαταραχές. Οι προηγούμενες μελέτες με τη βοήθεια των βιοψιών ανέδειξαν επίσης τις διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες ασθενών. Στην παρούσα πιλοτική μελέτη όμως, η διαφορά αναδείχθηκε χωρίς την ανάγκη διεξαγωγής βιοψίας

Το σημαντικό επόμενο βήμα είναι, σύμφωνα με τους ερευνητές, ο καθορισμός της σταθερότητας των βιοδεικτών αυτών σε μεγαλύτερα δείγματα του πληθυσμού, καθώς και η διερεύνηση της ενδεχόμενης χρήσης παρόμοιων διαδικασιών στην πρώιμη διάγνωση και παρέμβαση.

Πηγή: medicalnewstoday


Το άρθρο επιμελήθηκε ο Θ. Παλλαντζάς,
Χειρουργός, Ουρολόγος-Ανδρολόγος,
συνεργάτης του Ανδρολογικού Ινστιτούτου Αθηνών,

www.andrologia.gr

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012, 09:15