Τα οπιούχα αναλγητικά και η στυτική δυσλειτουργία

Πρώτη καταχώρηση: Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013, 08:15
Τα οπιούχα αναλγητικά και η στυτική δυσλειτουργία
Μια νέα μελέτη προτείνει πως η μακροχρόνια χρήση οπιούχων αναλγητικών για την αντιμετώπιση του πόνου στη μέση και τη ράχη συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης στυτικής δυσλειτουργίας (ΣΔ).

Ο συγγραφέας της μελέτης, μάλιστα, αναφέρει χαρακτηριστικά πως οι άνδρες που λαμβάνουν οπιούχα παυσίπονα για εκτεταμένο χρονικό διάστημα έχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης ΣΔ.

Οι ερευνητές ανέλυσαν πάνω από 11.000 ηλεκτρονικά αρχεία ανδρών που ήταν μέλη ενός προγράμματος υγείας. Ο λόγος για τον οποίο προχώρησαν στη διεξαγωγή αυτής της μελέτης ήταν η παρατήρησή τους πως οι άνδρες που υποφέρουν από χρόνιο πόνο εμφανίζουν συχνά στυτική δυσλειτουργία, ως αποτέλεσμα της συνοδού κατάθλιψης, του καπνίσματος, της ηλικίας ή του υπογοναδισμού, δηλαδή της χαμηλής τεστοστερόνης που προκύπτει συχνά από τη χρήση των οπιούχων αναλγητικών.

Αναφέρουν, όμως, πως οι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη συχνότητα της ΣΔ στους άνδρες που υποφέρουν από πόνο στη μέση και τη ράχη, καθώς και αναφορικά με τους σημαντικούς παράγοντες κινδύνου, είναι περιορισμένες.

Διερεύνησαν, λοιπόν, τα ηλεκτρονικά αρχεία, για να δουν εάν οι άνδρες που έπαιρναν τα παυσίπονα ήταν πιο πιθανό να λαμβάνουν επίσης θεραπεία υποκατάστασης με τεστοστερόνη ή φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση της ΣΔ.

Βρήκαν ότι 11.327 άνδρες που συμμετείχαν στο συγκεκριμένο πρόγραμμα υγείας αναζήτησαν ιατρική βοήθεια για την αντιμετώπιση πόνου στη μέση και τη ράχη το 2004. Για καθέναν από αυτούς τους ασθενείς, οι ερευνητές αναζήτησαν εάν λάμβανε επιπλέον θεραπεία για την αντιμετώπιση του υπογοναδισμού ή της ΣΔ.

Η ανάλυση έδειξε ότι πάνω από το 19% των ανδρών που έλαβαν υψηλές δόσεις οπιούχων αναλγητικών, περισσότερα δηλαδή από 120 mg για τουλάχιστον τέσσερις μήνες, έλαβαν επίσης και θεραπεία υποκατάστασης με τεστοστερόνη ή φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση της ΣΔ. Από την άλλη, το ποσοστό των ανδρών που έπαιρναν φάρμακα για τη ΣΔ, αλλά όχι οπιούχα αναλγητικά, ήταν μόλις 7%.
Από τους άνδρες που έπαιρναν χαμηλές δόσεις οπιούχων για τουλάχιστον 4 μήνες, το 12% λάμβανε επίσης θεραπεία για την αντιμετώπιση του υπογοναδισμού και της ΣΔ.

Η εξέταση των άλλων παραγόντων κινδύνου έδειξε πως η ηλικία πάνω από 60 έτη, η κατάθλιψη ή κάποια άλλη συνυπάρχουσα νοσηρότητα, καθώς και η λήψη ηρεμιστικών και υπνωτικών, όπως είναι οι βενζοδιαζεπίνες, σχετίζονταν ανεξάρτητα με την εμφάνιση ΣΔ. Ωστόσο, ακόμα και μετά τον έλεγχο της επίδρασης των παραπάνω παραγόντων, βρέθηκε ότι οι άνδρες που λάμβαναν οπιούχα αναλγητικά σε υψηλές δόσεις είχαν 50% αυξημένη πιθανότητα να λάβουν αγωγή για τη ΣΔ, σε σύγκριση με τους άνδρες που δεν λάμβαναν παυσίπονα.

Οι ερευνητές διευκρινίζουν πως η συσχέτιση αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα πως τα αναλγητικά προκαλούν τη ΣΔ. Τονίζουν, όμως, πως είναι σημαντικό τόσο οι κλινικοί όσο και οι ασθενείς να γνωρίζουν την παραπάνω συσχέτιση κατά την απόφαση της λήψης οπιούχων αναλγητικών.

Ο συγγραφέας της μελέτης, έπειτα από 30 χρόνια διερεύνησης των θεραπειών αντιμετώπισης του πόνου στη ράχη και τη μέση, ισχυρίζεται πως, αναμφίβολα, τα οπιούχα αναλγητικά είναι η κατάλληλη θεραπεία για κάποιους ασθενείς. Υπάρχουν, όμως, ισχυρές πλέον ενδείξεις ότι η μακρόχρονη χρήση τους μπορεί να οδηγήσει σε εθισμό, υπερβολική, θανατηφόρο δόση, υπνική άπνοια, μειωμένη παραγωγή ορμονών και, σύμφωνα με τα νέα δεδομένα, στυτική δυσλειτουργία.

Το κέντρο ελέγχου και πρόληψης νοσημάτων, μάλιστα, αναφέρει μια πολύ μεγάλη αύξηση στη συνταγογράφηση των οπιούχων, οι πωλήσεις των οποίων έχουν τετραπλασιαστεί μέσα στο διάστημα από το 1999 έως το 2010. Μια μελέτη μάλιστα που διεξήχθη το 2008 αναφέρει ότι 4,8 εκατομμύρια Αμερικανοί χρησιμοποιούν συστηματικά οπιούχα αναλγητικά. Αυτά μάλιστα που λαμβάνονται συχνότερα είναι η υδροκωδόνη, η οξυκωδόνη και η μορφίνη. Παράλληλα, οι ερευνητές του κέντρου αναφέρουν πως στο 30% των θανάτων που προκύπτουν από υπερβολική δόση οπιούχων αναλγητικών, οι ασθενείς είχαν επίσης λάβει βενζοδιαζεπίνες.


Πηγή: medicalnewstoday

Το άρθρο επιμελήθηκε ο Π. Δρέττας,
Χειρουργός, Ουρολόγος-Ανδρολόγος,
Δ/ντής του Ανδρολογικού Ινστιτούτου Αθηνών,
www.andrologia.gr

Τελευταία ενημέρωση: Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013, 08:37