Το Doppler πέους και το πρόβλημα των διαφορετικών πρωτοκόλλων εξέτασης 

Πρώτη καταχώρηση: Πέμπτη, 29 Απριλίου 2021, 16:19
Το Doppler πέους και το πρόβλημα των διαφορετικών πρωτοκόλλων εξέτασης 

Το υπερηχογράφημα Doppler πέους χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1985 και παρέχει μια λιγότερο παρεμβατική μέθοδο για την εκτίμηση των αιμοδυναμικών παραμέτρων του πέους σε άνδρες με  στυτική δυσλειτουργία. Οι παράμετροι αυτές περιλαμβάνουν τη μέγιστη συστολική πίεση, την τελοδιαστολική πίεση και τον δείκτη αντίστασης 

Τα πρωτόκολλα της εξέτασης ποικίλουν και οι επιστήμονες ανά τον κόσμο προσεγγίζουν με διαφορικό τρόπο τη χρήση και τη δοσολογία αγγειοδραστικών ουσιών για την πρόκληση στύσης,  την αξιολόγηση της σκληρότητας της στύσης, τη κατάλληλη στιγμή για τη λήψη των μετρήσεων καθώς και τον καθορισμό των φυσιολογικών τιμών. Τα υψηλά ποσοστά των ψευδών διαγνώσεων φλεβικής διαφυγής και αρτηριακής ανεπάρκειας ενδέχεται να οφείλονται στις διαφορές αυτές των πρωτοκόλλων.  

Μια πρόσφατη βιβλιογραφική ανασκόπηση σύγκρινε τα πρωτόκολλα 86 σχετικών μελετών. Αναφορικά με τη χρήση αγγειοδραστικών ουσιών για την πρόκληση στύσης οι μισές μελέτες χρησιμοποίησαν μονό προσταγλανδίνη Ε1, η παπαβαρίνη χρησιμοποιήθηκε στο 16%, ενώ ο συνδυασμός τριών ή δύο ουσιών στο 12% και το 7% αντίστοιχα. Η αρχική δόση ποίκιλε επίσης και μονό το 26% ανέφερε τη χρήση και δεύτερης δόσης. Αν και ο συνδυασμός ουσιών φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματικός στην πρόκληση στύσης ούτε η ουσία ούτε η δόση βρέθηκε να έχουν μεγάλη σημασία για την καλύτερη δυνατή διεξαγωγή της εξέτασης. Η επαναληπτική δόση όμως ενδέχεται να βελτιώνει την ακρίβεια της αξιολόγησης των αιμοδυναμικών παραμέτρων. Οι συγγραφείς της ανασκόπησης λοιπόν συστήνουν τη χρήση δεύτερης δόσης αγγειοδραστικών ουσιών για πιο αξιόπιστες μετρήσεις. 

Η αξιολόγηση της σκληρότητας της στύσης εξεταζόταν ως παράμετρος στο 56% των μελετών. Το πιο συχνό εργαλείο αξιολόγησης ήταν η κλίμακα σκληρότητας στύσης που αναφερόταν στο 14% των μελετών. Η σκληρότητα της στύσης είναι αυτή που επηρεάζει την απόφαση χρήσης επαναληπτικής δόσης της αγγειοδραστικής ουσίας. Είναι σημαντικό λοιπόν να υπάρχει ένας συστηματικός τρόπος αξιολόγησης της σκληρότητας.

Στο 59% των μελετών  τον πρωτόκολλο καθόριζε τον χρόνο των μετρήσεων. Τα περισσότερα πρωτόκολλα προέβλεπαν μετρήσεις στα 5, 10 και 20 λεπτά μετά την πρόκληση στύσης. Η επιλογή της κατάλληλης στιγμής για τη λήψη των μετρήσεων είναι βεβαίως καλύτερο να γίνεται ανάλογα με την σκληρότητα της στύσης που έχει επιτευχθεί και όχι ανάλογα με το χρονικό διάστημα που έχει περάσει από τη ένεση με τον αγγειοδραστικό παράγοντα.  

Αναφορικά με τον προσδιορισμό των φυσιολογικών τιμών εντοπίστηκε μεγάλη ετερογένεια μεταξύ των μελετών. Οι συγγραφείς προτείνουν  τη διάγνωση της  αρτηριακής ανεπάρκειας όταν η μέγιστη συστολική πίεση είναι μικρότερη από  30 cm/sec και της φλεβικής διαφυγής όταν η τελοδιαστολική πίεση είναι μεγαλύτερη ή ίση με 5 cm/sec.

Οι συγγραφείς επίσης επισημαίνουν ότι η εξέταση θα πρέπει να διεξάγεται μόνο από εξειδικευμένους κλινικούς. Ο εξοπλισμός θα πρέπει να είναι τέτοιος ώστε να επιτρέπει την οπτικοποίηση των πεϊκών δομών, τη μέτρηση των αιμοδυναμικών παραμέτρων και τη σωστή ερμηνεία των δεδομένων. Ακριβώς επειδή η ακρίβεια της εξέτασης δεν αγγίζει το 100%, οι κλινικοί θα πρέπει  να χρησιμοποιούν την κρίση τους όταν αναλύουν τα αποτελέσματα. 

Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται η σημασία της τυποποίησης των κατευθυντήριων οδηγιών αναφορικά με τις μετρήσεις. Η έλλειψη τυποποίησης όχι μόνο δυσκολεύει την ερμηνεία των αποτελεσμάτων αλλά και την εποικοδομητική σύγκριση των μελετών.  Η ετερογένεια των πρωτοκόλλων της εξέτασης καθιστά την ερμηνεία των αποτελεσμάτων προβληματική.

www.andrologia.gr

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 29 Απριλίου 2021, 16:45