Η αγγειογενής στυτική δυσλειτουργία (ΣΔ) σχετίζεται στενά με την ύπαρξη  καρδιαγγειακών προβλημάτων  και η έγκαιρη διάγνωσή της μπορεί να είναι χρήσιμη για την πρόβλεψη της εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων και τη βελτίωση της πρόγνωσης. 

Στην παρούσα φάση, υπάρχουν πολλές προσεγγίσεις για τη διάγνωση της ΣΔ, αλλά κάθε μέθοδος έχει τα πλεονεκτήματα και τους περιορισμούς της. Μια νέα ανασκόπηση  συγκέντρωσε και ανέλυσε  όλα τα σχετικά διαθέσιμα  ευρήματα στη διεθνή βιβλιογραφία εστιάζοντας στη διάγνωση της αγγειογενούς ΣΔ μέσω μιας συστηματικής αναζήτησης στις μηχανές αναζήτησης PubMed και EMBASE. 

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι κύριες μέθοδοι για τη διάγνωση της αγγειογενούς ΣΔ χωρίζονται σε τέσσερις κατηγορίες. Η ενδοσηραγγώδης ένεση αγγειοδραστικών φαρμάκων είναι η παλαιότερη μέθοδος που χρησιμοποιείται για τη διάγνωση της αγγειογενούς ΣΔ και αποτελεί τη βασική εξέταση. Για τη διάγνωση της αρτηριακής ΣΔ, χρησιμοποιούνται συχνότερα το έγχρωμο υπερηχογράφημα Doppler, η επιλεκτική αγγειογραφία πέους, η μαγνητική απεικόνιση  και η υπολογιστική τομογραφία. Ενώ για τη διάγνωση της φλεβικής ΣΔ, η ελαστογραφία διατμητικών κυμάτων, η δυναμική σηραγομετρία και η σηραγγογραφία είναι πιο ακριβείς. Η περιφερειακή αρτηριακή τονομετρία (PAT) έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για την ανίχνευση αγγειακής ενδοθηλιακής λειτουργίας. 

Σύμφωνα με τους ερευνητές, αν και είναι πολλές οι διαθέσιμες εξετάσεις που χρησιμοποιούνται ευρέως για την αξιολόγηση της αγγειογενούς ΣΔ, εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί, όπως ο βαθμός παρεμβατικότητας και τα υψηλά ποσοστά ψευδώς θετικών ή αρνητικών αποτελεσμάτων. Απαιτούνται λοιπόν νέες μέθοδοι μακροπρόθεσμης δυναμικής ανίχνευσης που θα δίνουν ακριβή αποτελέσματα με τον ελάχιστο δυνατό βαθμό παρέμβασης.

www.andrologia.gr