Μελέτη συνδέει την περιεμμηνόπαυση με πρόσθετα κιλά

Πρώτη καταχώρηση: Κυριακή, 24 Μαρτίου 2019, 12:41
Μελέτη συνδέει την περιεμμηνόπαυση με πρόσθετα κιλά

Ζήσης Ψάλας

Οι γυναίκες που πλησιάζουν προς την εμμηνόπαυση κερδίζουν βάρος και σωματικό λίπος. Η σχετική μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι οι γυναίκες που είναι σε περιεμμηνόπαυση χάνουν μυϊκή μάζα.

Η μετάβαση στην εμμηνόπαυση, γνωστή και ως περιεμμηνόπαυση, είναι ο χρόνος στη ζωή μιας γυναίκας όταν οι ορμονικές αλλαγές οδηγούν σε ακανόνιστη εμμηνόρροια, εξάψεις κι άλλα συμπτώματα που οδηγούν στην εμμηνόπαυση όταν η εμμηνόρροια σταματά εντελώς. H περιεμμηνόπαυση αρχίζει μερικά χρόνια πριν από την εμμηνόπαυση.

Οι ερευνητές εξέτασαν δεδομένα 18 ετών από τη Women's Health Study, αξιολογώντας τη σύνθεση του σώματος των γυναικών και χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο που τους έδωσε μια εικόνα της σύνθεσης πριν και μετά την τελευταία εμμηνορροϊκή περίοδο.

Μέχρι τώρα δεν υπήρχαν σημαντικές αποδείξεις ότι η εμμηνόπαυση (ή η περίοδος πριν από αυτή) οδηγεί σε αύξηση της λιπαρής μάζα ή απώλεια άλιπης μάζας, αν και είναι γνωστό ότι συχνά μια γυναίκα παίρνει βάρος μετά την εμμηνόπαυση.

Το δείγμα ανάλυσης αριθμούσε 1.246 γυναίκες και βρήκε τα εξής:

Η λιπαρή μάζα και η αναλογία σωματικού λίπους αυξάνονται πριν από τη περιεμμηνόπαυση κατά 1,0% και 0,4% ετησίως αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια της περιεμμηνόπαυσης οι αυξήσεις αυτές επιταχύνονται σε 1,7% και 1,0% αντίστοιχα.

Πριν από την περιεμμηνόπαυση η άλιπη μάζα αυξάνεται κατά 0,2% ετησίως ή κατά 0,06 κιλά ετησίως. Κατά τη διάρκεια της περιεμμηνόπαυσης, η άλιπη μάζα μειώνεται κατά 0,2% όπως και η αναλογία της άλιπης μάζας (κατά 0,6% ετησίως). Το ποσοστό της άλιπης μάζας μειώνεται διότι η άλιπη μάζα δεν αυξάνεται τόσο γρήγορα όσο το λίπος, το οποίο αυξάνεται στα 0,25 κιλά ετησίως.

Η μυϊκή και λιπαρή μάζα των γυναικών πριν και μετά την τελευταία εμμηνορροϊκή περίοδο (FMP: final menstrual period). Στο διάστημα της περιεμμηνόπαυσης, το μέσο ετήσιο κέρδος βάρους είναι 0,25 κιλά και ο Δείκτης Μάζας Σώματος αυξάνεται κατά 0,12.

Η μελέτη έγινε από ερευνητές του University of California και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «JCI Insight».

Τελευταία ενημέρωση: Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019, 12:46