Συνένζυμο Q10 και περιοδοντίτιδα

Συνένζυμο Q10 και περιοδοντίτιδα
Η περιοδοντίδιδα είναι μία φλεγμονώδης νοσογόνος διεργασία, που προκύπτει από την αλληλεπίδραση της βακτηριακής επίθεσης και της φλεγμονώδους ανταπόκρισης του ξενιστή. Η φαρμακολογία του Q10 δείχνει ότι μπορεί να αποτελεί έναν παράγοντα για την θεραπεία της περιοδοντίτιδας.

Η περιοδοντίτιδα είναι μία νόσος στην οποία εμπλέκονται διάφορα μόρια. Οι ελεύθερες ρίζες και οι ενεργές μορφές οξυγόνου (ΕΜΟ) είναι μεταξύ αυτών. Οι ΕΜΟ είναι σημαντικές σε πολλές μεταβολικές διαδικασίες. Ωστόσο, όταν υπερπαράγονται, μπορεί να προκαλέσουν κυτταρική βλάβη, όπως στα ουδετερόφιλα πολυμορφοπύρηνα (ΟΠΠ)κατά τη διάρκεια της φαγοκύτωσης. Τα περιοδοντικά παθογόνα μπορεί να προκαλέσουν υπερπαραγωγή ΕΜΟ και, συνεπώς, διάλυση του κολλαγόνου και των κυττάρων του περιοδοντίου. Όταν οι ΕΜΟ καθαρίζονται από τα αντιοξειδωτικά, μπορεί να μειωθεί η καταστροφή του κολλαγόνου.

Επειδή αποτελούν την αρχική κυτταρική αμυντική απάντηση έναντι της μόλυνσης, τα ΟΠΠ παίζουν σημαντικό ρόλο στην περιοδοντίτιδα. Τα βακτηριακά προϊόντα μπορεί να αλλάξουν τη λειτουργία των ΟΠΠ. Τα τρεπονήματα του στόματος παράγουν παράγοντες που εμποδίζουν την παραγωγή οξυγόνου από τα ΟΠΠ. Η απελευθέρωση οξυγόνου από τα ΟΠΠ είναι μέρος της απάντησης του ξενιστή στη μόλυνση. Το Q10 ως αντιοξειδωτικό μπορεί να παίξει ρόλο στην υποβοήθηση των ΟΠΠ και τη μείωση της καταστροφής του κολλαγόνου.

Υπάρχει έλλειμμα Q10 σε φλεγμαίνοντα ούλα.

Η στοματική χορήγηση Q10 αυξάνει το συνένζυμο στα ούλα και μπορεί να ελέγξει την προχωρημένη περιοδοντίτιδα. Η τοπική χορήγηση στα ούλα ως μοναδική θεραπεία μπορεί να μειώσει τη ροή ουλικού υγρού και τα βάθη ανίχνευσης και να βελτιώσει την κλινική ουλική πρόσφυση.

Παρόλο που το Q10 μπορεί να έχει μελετηθεί ως εναλλακτικό φάρμακο, χρησιμοποιείται καθημερινά, τόσο τοπικά όσο και συστηματικά, από πολλούς οδοντιάτρους και περιοδοντολόγους. Αυτοί οι κλινικοί ρυθμίζουν τη συστηματική δόση στον ασθενή με βάση τις παραμέτρους της κλινικής ανταπόκρισης, όπως η αιμορραγία στην ανίχνευση και το βάθος των θυλάκων και, συνήθως, χωρίς να ελέγχουν τα επίπεδα του συνενζύμου στο πλάσμα.


Επιμέλεια: Παύλος Διονυσόπουλος

Τελευταία ενημέρωση: Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012, 17:00