Οι πρώην παίκτες του αμερικανικού ποδοσφαίρου αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο κολπικής μαρμαρυγής

Οι πρώην παίκτες του αμερικανικού ποδοσφαίρου αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο κολπικής μαρμαρυγής

Οι πρώην παίκτες της Εθνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας των ΗΠΑ ήταν σχεδόν 6 φορές πιο πιθανό να έχουν κολπική μαρμαρυγή (AFib) σε σύγκριση με άνδρες παρόμοιας ηλικίας που δεν έπαιζαν επαγγελματικό ποδόσφαιρο.

Η κολπική μαρμαρυγή είναι ένας τύπος ακανόνιστου καρδιακού παλμού που αυξάνει τον κίνδυνο του εγκεφαλικού επεισοδίου.

Προηγούμενες μελέτες έχουν συνδέσει τη μακροπρόθεσμη συμμετοχή σε αθλήματα αντοχής, όπως το τρέξιμο του μαραθωνίου, με αυξημένο κίνδυνο κολπικής μαρμαρυγής. Αυτή είναι η πρώτη μελέτη που συνδέει ένα ελίτ αθλητισμό που απαιτεί μυϊκή δύναμη με μεγαλύτερη πιθανότητα κολπικής μαρμαρυγής, σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης.

«Αν και η μελέτη ήταν παρατηρητική, που σημαίνει ότι αναγνωρίζει μια σχέση χωρίς να αποδεικνύει αιτία και αποτέλεσμα, η παρατεταμένη προπόνηση δύναμης που εμπλέκεται στο αμερικανικό ποδόσφαιρο μπορεί να αυξήσει το μέγεθος του καρδιακού θαλάμου και το πάχος του τοιχώματος, που μπορεί να μεταβάλλει τους καρδιακούς ρυθμούς και τα ηλεκτρικά σήματα στην καρδιά» δήλωσε ο επικεφαλής της μελέτης Dermot Phelan, διευθυντής του Κέντρου Αθλητικής Καρδιολογίας στην κλινική Cleveland, στο Οχάιο.

Οι ερευνητές συνέκριναν 460 πρώην παίκτες της Εθνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας με 925 άνδρες από Dallas Heart Study. Και οι δύο ομάδες ήταν μεσήλικες και περίπου οι μισοί σε κάθε ομάδα ήταν Αφροαμερικανοί. Η μελέτη βρήκε ότι το 5% των πρώην παικτών είχε AFib σε σύγκριση με το 0,5% των ανδρών στην ομάδα ελέγχου.

Η ομάδα των παικτών είχε συνολικά χαμηλότερους παράγοντες κινδύνου για θνησιμότητα λόγω καρδιαγγειακών νοσημάτων, όπως διαβήτη τύπου 2 και την υψηλή αρτηριακή πίεση και είχε επίσης χαμηλότερους ρυθμούς καρδιάς ανάπαυσης σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, ωστόσο η συχνότητα της κολπικής μαρμαρυγής ήταν υψηλότερη.

Οι πρώην αθλητές ήταν 8 φορές πιο πιθανό να έχουν βηματοδότες σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. 

Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο Open Access Journal of the American.

Τελευταία ενημέρωση: Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019, 22:17