Στον Σακχαρώδη Διαβήτη, που αποτελεί μια σύγχρονη επιδημία παγκοσμίως αφιερώθηκαν δύο συνεδρίες του Πανελληνίου Συνεδρίου για τα Οικονομικά και τις Πολιτικές της Υγείας 2019. Η διατροφή παίζει κρίσιμο ρόλο τόσο στην πρόληψη όσο και στη διαχείριση του ΣΔ, ωστόσο στη χώρα μας οι δείκτες για τον διαβήτη και την παχυσαρκία είναι δυσμενείς. Από τη συζήτηση αναδείχθηκε η ανάγκη για ένα Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τον Διαβήτη, αλλά και για τα μη μεταδιδόμενα νοσήματα συνολικά.

Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή ενός σύγχρονου Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον Διαβήτη στην Ελλάδα συζητήθηκαν στη συνεδρία, όπου προήδρευσαν ο Ανδρέας Μελιδώνης και ο Γιάννης Κυριόπουλος.

ΕΘΝΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΔΡΑΣΗΣ: Ο ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΩΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Ο Κώστας Αθανασάκης, PhD, Οικονομολόγος Υγείας, Τμήμα Πολιτικών Δημόσιας Υγείας, Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και Γενικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Οικονομικών της Υγείας στην ομιλία του εξέτασε καταρχάς, το γιατί ο διαβήτης αποτελεί προτεραιότητα της πολιτικής υγείας της χώρας.

Ο πρώτος παράγοντας που καθιστά τον ΣΔ προτεραιότητα της πολιτικής υγείας αποτελεί το γεγονός ότι έχει σημαντικό φορτίο νοσηρότητας. Κατά δεύτερον, ότι επιπολασμός της νόσου αυξάνει, όπως έδειξαν τα αποτελέσματα της Έρευνας «Υγεία και Ευημερία» που διενεργεί η ΕΣΔΥ από το 2011. Oι διαγνωσμένοι ενήλικες με ΣΔ στην Ελλάδα, κατά την τελευταία μέτρηση το 2017 είναι 7,5%, συγκριτικά με 6,6% πριν από 10 χρόνια. Η εικόνα γίνεται δυσμενέστερη, με βάση τα στοιχεία της ίδιας έρευνας, δεδομένου ότι το υπόδειγμα παρακολούθησης των ασθενών από τον γιατρό τους δεν είναι το αναμενόμενο.

Ως χρόνιο νόσημα, ο ΣΔ συνεπάγεται μια πολύ σημαντική δαπάνη για το σύστημα υγείας, συγκεκριμένα του αποδίδεται άνω του 10% της συνολικής δαπάνης. Επιπλέον, το κόστος των αντιδιαβητικών φαρμάκων έχει αυξηθεί την προηγούμενη δεκαετία, μένει πάντως να διαπιστωθεί το αποτέλεσμα στις εκβάσεις των ασθενών.

Στην Ελλάδα, το κόστος ανά ασθενή με ΣΔτ2 υπερβαίνει τα 1300€ τον χρόνο, ωστόσο, έχουμε περιθώριο μείωσης αυτής της δαπάνης, καθώς όταν ένας ασθενής επιτυγχάνει ρύθμιση, το κόστος για το σύστημα υγείας είναι πολύ μικρότερο.

Γνωρίζουμε επίσης, ότι πολύ μεγάλο ποσοστό ασθενών με ΣΔ στην Ελλάδα (περίπου 35%) δεν γνωρίζει ότι πάσχει από τη νόσο, από τους διαγνωσμένους περίπου οι μισοί λαμβάνουν φροντίδα και λίγο πάνω από τους μισούς από αυτούς επιτυγχάνουν τους θεραπευτικούς στόχους. Κατά συνέπεια, υπάρχει μεγάλο περιθώριο για παρέμβαση, παρατήρησε ο κ. Αθανασάκης.

Επίσης, ο διαβήτης ως κατεξοχήν συμπεριφορικό νόσημα αποτελεί πεδίο για παρέμβαση της πολιτικής υγείας: παρεμβάσεις τροποποίησης της συμπεριφοράς είναι δυνατές καθώς 40% της νοσηρότητας στον ΣΔ οφείλεται σε αυτή.

Αυτές οι πολιτικές αναφορικά με περίπλοκα νοσήματα όπως ο ΣΔ συνήθως αποτυπώνονται σε ένα Εθνικό Σχέδιο Δράσης, με καταγεγραμμένους και μετρήσιμους στόχους ώστε να παράγεται ο κύκλος ανατροφοδότησης της πολιτικής υγείας, επισήμανε ο ομιλητής. Σύμφωνα και με τις οδηγίες του ΠΟΥ, στα ΕΣΔ περιλαμβάνονται επίσης οι απαραίτητοι πόροι αλλά και πολιτικές υγείας με διατομεακά χαρακτηριστικά, ειδικότερα για νοσήματα όπως ο διαβήτης.

Αναφερόμενος στην εικόνα της Ευρώπης σχετικά με τα Εθνικά Σχέδια Δράσης για τον ΣΔ, ο ομιλητής επισήμανε πως εδώ και μια δεκαετία, το 80% των ευρωπαϊκών χωρών διαθέτουν κάποιο κείμενο πολιτικής για τη διαχείριση του διαβήτη σε ισχύ, ενώ 10% διαθέτουν κείμενα που δεν είναι σε ισχύ.

Σύμφωνα με την IDF, ένα Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τον ΣΔ οφείλει να περιλαμβάνει ένα πλαίσιο επιχειρημάτων, να απευθύνεται κατά κύριο λόγο στην κοινότητα για την αντιμετώπιση ή την πρόληψη της νόσου, να περιέχει οικονομικά και ρυθμιστικά μέτρα (π.χ. οι «φόροι αμαρτίας»), αλλά προϋποθέτει και συμμετοχή της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και συμμετοχή των ΜΜΕ ώστε να παρέχουν σωστές πληροφορίες στο γενικό κοινό.

Στη χώρα μας, το 2007 υπό την προεδρία του καθηγητή κ. Κυριόπουλου αναπτύχθηκαν μια σειρά από ΕΣΔ που αφορούσαν τόσο νοσήματα όσο και παράγοντες κινδύνου για την υγεία. Σε αυτά συμπληρώθηκαν τα επόμενα χρόνια και ΣΔ για κάποια ακόμη νοσήματα, ωστόσο παραμένει ανοιχτό το αίτημα για ανανέωση και επανεξέταση όσον αφορά τη θέση της πολιτικής υγείας απέναντι σε αυτά τα σχέδια.

Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τον ΣΔ τύπου 2 καταρτίστηκε το 2012 από την Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία και το ΕΚΕΔΙ με συμμετοχή του Τομέα Οικονομικών της Υγείας της ΕΣΔΥ, το οποίο έδινε βάρος στην πρόληψη και την ενημέρωση του κοινού, όμως, δεν υλοποιήθηκε, λόγω της συγκυρίας στην οποία βρέθηκε τότε η χώρα, με την οικονομική κρίση, το μνημόνιο και τη δημοσιονομική προσαρμογή.

Γιατί όμως δεν εφαρμόζονται τα ΕΣΔ στην Ελλάδα; Τι απαιτείται; Ο κ. Αθανασάκης αναφέρθηκε στον «δεκάλογο» της IDF, επισημαίνοντας ότι στην Ελλάδα συχνά το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχουν προϋπολογισμοί που να ακολουθούν τα Σχέδια. Ο ομιλητής επίσης σχολίασε ότι εάν τα Σχέδια Δράσης αποτελούσαν πρωτοβουλία της πολιτικής ηγεσίας, η διαχείρισή τους θα ήταν ευκολότερη πολιτικά.

Σημαντικό για την εφαρμογή ενός ΕΣΔ είναι η πολιτική στήριξή του (ένα καλό παράδειγμα αποτελεί το ΕΣΔ για την Ηπατίτιδα C), ενώ η επιτυχής εφαρμογή ενός σχεδίου εξαρτάται από την ισχυρή διασύνδεσή του με τον διοικητικό μηχανισμό, κάτι που αποτέλεσε πρόβλημα τόσο στο ΕΣΔ για τα ρευματικά νοσήματα όσο και για τον διαβήτη. Σημαντικοί παράγοντες επιτυχίας είναι επίσης, το Σχέδιο να μην απαιτεί πολλά χρήματα, καθώς και να υπάρχει παρακολούθηση της εφαρμογής του.

Ο κ. Αθανασάκης έκλεισε την ομιλία του λέγοντας ότι ο ΣΔ μας απασχολεί και θα μας απασχολήσει στο μέλλον –αν και θα έπρεπε να μας απασχολεί περισσότερο-, ότι έχουμε σημαντικά περιθώρια παρέμβασης και ότι για την αντιμετώπισή του θα πρέπει να έχουμε ένα πλάνο, δηλ. ένα Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τον διαβήτη.

ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΟΙ

O Ηλίας Μυγδάλης παρουσίασε στη συνέχεια, τα επιδημιολογικά δεδομένα για τον Διαβήτη στην Ελλάδα. Όσον αφορά τον επιπολασμό του ΣΔ τύπου 1, που αφορά κατά κύριο λόγο την παιδική ηλικία (0-15 έτη), παρατηρείται σημαντική διαφορά μεταξύ διαφόρων γεωγραφικών περιοχών και εθνοτήτων. Η επίπτωση του ΣΔ τύπου 1 στην Ελλάδα εκτιμάται σε 9,7/100.000 κατ’ έτος. Η επιδημιολογική διερεύνηση των παραπάνω διαφορών προσδοκάται να υποδείξει περιβαλλοντικούς παράγοντες που συμμετέχουν στην αιτιολογία και παθογένεια του ΣΔ τύπου 1 και να βοηθήσει στην πρόληψη της νόσου.

Πολλές είναι οι διαθέσιμες μελέτες για τον επιπολασμό του ΣΔ τύπου 2, επισήμανε ο κ Μυγδάλης. Έτσι, ο ΣΔτ2 αφορά πάνω από το 90% των ατόμων με διαβήτη, ΣΔτ2 έχει περίπου το 95% και το υπόλοιπο περίπου 5% έχει ΣΔτ1.

Οι χρόνιες επιπλοκές του ΣΔ είναι αυτές που ανησυχούν περισσότερο τους ασθενείς, επισήμανε ο ομιλητής. Μελέτες δείχνουν ότι η 10ετής επίπτωση και ο επιπολασμός του εμφράγματος σε άτομα με διαβήτη είναι πολύ αυξημένος σε σχέση με τα μη διαβητικά άτομα, ενώ προσβάλλει εξίσου άνδρες και γυναίκες. Ο επιπολασμός της καρδιακής ανεπάρκειας -ο 2ος κίνδυνος μετά το έμφραγμα- σύμφωνα με μελέτη του 2018 είναι υψηλότερος στα διαβητικά άτομα 12-57%, και αντίστροφα ο επιπολασμός του ΣΔτ2 σε άτομα με ΚΑ είναι 4,3-28%. Δυστυχώς τα άτομα με ΣΔ τύπου 1 και τύπου 2 έχουν την πρωτιά σε βλάβες των μεγάλων αγγείων, όπως τα στεφανιαία, οι καρωτίδες, κλπ, αλλά και σε αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια. Η περιφερική αρτηριακή νόσος εμφανίζει επίσης υψηλό επιπολασμό στους διαβητικούς.

Όσον αφορά τα μικρά αγγεία, ο κ. Μυγδάλης παρουσίασε στοιχεία για τον επιπολασμό της αμφιβληστροειδοπάθειας σε ασθενείς με ΣΔτ1 που είναι παρόμοια στα άτομα με ΣΔτ2. Ο ομιλητής στάθηκε στο ζήτημα της περιφερικής νευροπάθειας, που όπως είπε, ξεφεύγει από πολλούς ιατρούς, με αποτέλεσμα ένας στους δύο διαβητικούς άνω των 50 ετών με διάρκεια διαβήτη 10 χρόνια, να έχει κάποιο βαθμό της επιπλοκής αυτής με μείζον πρόβλημα τους ακρωτηριασμούς.

Πρόσφατη μελέτη παρουσίασε τα μέτρα που έχουν λάβει διάφορες χώρες από το 1982 έως το 2010 για να αντιμετωπίσουν τη μάστιγα των μικρών ή μεγαλύτερων ακρωτηριασμών, καθώς το κόστος, ιατρικό και κοινωνικό για τον ασθενή, αλλά και το οικονομικό για την πολιτεία, είναι τεράστιο.

Ο κ. Μυγδάλης ανέφερε στη συνέχεια στοιχεία για την επίπτωση της Χρόνιας Νεφρικής Νόσου στην Ελλάδα από μελέτη της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας, η οποία έδειξε ότι περίπου το 45% των ασθενών με διαβήτη τύπου 2 έχουν κάποιου βαθμού διαβητική νεφροπάθεια. Επιπλέον, σε οποιαδήποτε μονάδα τεχνητού νεφρού της χώρας, οι μισοί ασθενείς είναι διαβητικοί, επισήμανε.

Ο ΣΔτ1 εμφανίζεται κυρίως στα παιδιά, όπως γνωρίζουμε, αλλά την τελευταία 10ετία-15ετία, διαπιστώνεται μια «επιδημία» διαβήτη τύπου 2 στα παιδιά, που ίσως οφείλεται στην παχυσαρκία ή στους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία για τις επιπλοκές του διαβήτη τύπου 2 σε παιδιά και νέους, τόνισε ο κ Μυγδάλης, και παρουσίασε μία μελέτη από την Αυστραλία και τις ΗΠΑ με ανησυχητικά ευρήματα. Χρειάζονται μετρήσεις για να δοθούν στους οικονομολόγους της υγείας, είπε ο ομιλητής, ώστε να προσδιορίσουν το τοπίο που έρχεται.

Η διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας και η παθολογική ανοχή στη γλυκόζη ορίζονται ως προδιαβήτης και σχετίζονται με την εμφάνιση ΣΔ τύπου 2. Δεν θα παρουσιάσουν διαβήτη όλα τα άτομα στην κατάσταση του προδιαβήτη, παρά μόνο ένα 25%-30%, παρατήρησε. Ωστόσο τα άτομα αυτά έχουν αυξημένο κίνδυνο για καρδιοαγγειακά συμβάματα γι’ αυτό και παρακολουθούνται από τα διαβητολογικά ιατρεία, ώστε εάν εμφανίσουν διαβήτη, να το γνωρίζουν από νωρίς.

Δυστυχώς τα στοιχεία για τα ποσοστά από τη ρύθμιση του διαβήτη στη χώρα μας δεν είναι καλά, διαπίστωσε ο κ. Μυγδάλης, παρουσιάζοντας δεδομένα από τρία μεγάλα διαβητολογικά κέντρα της Αθήνας. Αυτό δεν είναι ελληνικό φαινόμενο, καθώς και σε άλλες χώρες δεν επιτυγχάνονται οι στόχοι για τον διαβήτη.

Σε αναδρομική μελέτη για το συνολικό κόστος των επιπλοκών και των συννοσηροτήτων σε ασθενείς με Διαβήτη τύπου 2 στην Ελλάδα το 2015, αναφέρθηκε στη συνέχεια ο ομιλητής, η οποία εξέτασε στοιχεία από 4 μεγάλα διαβητολογικά κέντρα. Ο κ Μυγδάλης επέστησε την προσοχή του ακροατηρίου στο ότι οι συννοσηρότητες απορροφούν το μεγαλύτερο ποσοστό του προϋπολογισμού (48,1% του συνολικού κόστους) και ότι το μέσο νοσοκομειακό κόστος και το κόστος επιπλοκών ανέρχεται στο 15,7%. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι καλά ρυθμισμένοι διαβητικοί απαιτούν μικρότερο κόστος σε σχέση με τους μη ρυθμισμένους. Ανάλογη είναι η εικόνα μεταξύ ρυθμισμένων και μη ασθενών και από μελέτη της ομάδας του καθηγητή Κυριόπουλου για το άμεσο κόστος του ΣΔ στην Ελλάδα.

Ο κ. Μυγδάλης ανακεφαλαίωσε λέγοντας ότι χρειάζεται να δοθούν τα δεδομένα στους οικονομολόγους της υγείας και στην πολιτεία ώστε τα σχέδια για την περίθαλψη του διαβήτη στη χώρα μας να βασίζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία. Ανέφερε τις έρευνες που διεξάγει και πρόκειται να διεξάγει η ΕΔΕ για τις επιπλοκές του διαβήτη και τόνισε την ανάγκη για μελέτες σε παιδιά καθώς δεν υπάρχουν στοιχεία. Τέλος επισήμανε πως πρέπει να μας προβληματίσει η κατάσταση του προδιαβήτη και ότι πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για τα άτομα με προδιαβήτη όχι μόνο στα διαβητολογικά ιατρεία αλλά και στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, που έχει μεγάλο αριθμό περιστατικών, ώστε η διάγνωση του διαβήτη, αν εμφανιστεί, να γίνεται πολύ νωρίς.

ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΒΑΣΕΩΝ ΤΩΝ ΔΙΑΒΗΤΙΚΩΝ

Η κ. Elvera Laanen, μέλος της Πλατφόρμας για τον Διαβήτη της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Φαρμακευτικών Βιομηχανιών και Συνδέσμων (EFPIA Diabetes Platform), ξεκίνησε την ομιλία της αναφέροντας ότι φέτος είναι η επέτειος των 30 χρόνων από τη Διακήρυξη του Saint Vincent για τον Διαβήτη που είχαν υπογράψει η IDF, ο ΠΟΥ καθώς και ειδικοί και υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών. Τότε, ο διαβήτης χαρακτηριζόταν ήδη ως πανδημία που είχε προσβάλει 10 εκατ. άτομα. Σήμερα, ο αριθμός αυτός στην Ευρώπη είναι 60 εκατομμύρια, ενώ αναμένεται να φτάσει τα 80 εκατ. το 2045.

Συμφωνώντας με προηγούμενους ομιλητές, η κ Laanen είπε πως εάν δεν υπάρχει έλεγχος και παρακολούθηση από τους υπεύθυνους για τις πολιτικές υγείας των στόχων που θέτουμε για καλύτερες εκβάσεις στην υγεία των ατόμων με διαβήτη, θα είναι δύσκολο να επιτευχθούν. Συγκρίνοντας τους στόχους για τον ΣΔ και εκείνους για την κλιματική αλλαγή, βλέπουμε ότι οι δεύτεροι είναι εξαιρετικά φιλόδοξοι. Αν και ακόμη και σε πολιτικό επίπεδο μπορεί να μην γνωρίζουμε πώς θα τους επιτύχουμε, το γεγονός ότι έχουν τεθεί με σαφήνεια, ότι οι ιθύνοντες αναλαμβάνουν δέσμευση απέναντί τους και ότι υπάρχει παρακολούθηση, μας οδηγούν στο να αναλάβουμε δράση. Γιατί δεν κάνουμε το ίδιο και για τον διαβήτη, έθεσε το ερώτημα η κ. Laanen.

Στη συνέχεια, η ομιλήτρια περιέγραψε τους στόχους της Ομάδας Εργασίας για τον Διαβήτη της EFPIA, η οποία αποτελείται από εταιρείες που αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν από κοινού ορισμένες προκλήσεις της νόσου ώστε να έχουμε καλύτερες εκβάσεις. Ο πρώτος είναι η αναγνώριση της αξίας της καινοτομίας στον διαβήτη, που για τη φαρμακευτική βιομηχανία μπορεί να σημαίνει θεραπείες, τεχνολογία, αλλά και καινοτομία στα συστήματα. Ο δεύτερος, η βελτίωση των εκβάσεων στον διαβήτη. Για παράδειγμα, έχοντας σημαντικές γνώσεις για τις επιπλοκές της νόσου και τι σημαίνουν για τους ασθενείς, να κατευθύνουμε τις προσπάθειές μας στη βελτίωσή τους. Ο τρίτος, η χρηματοδότηση για την αντιμετώπιση της νόσου στο μέλλον. Καθώς ο αυξανόμενος επιπολασμός του διαβήτη βαραίνει το φορτίο για τα συστήματα υγείας να βρούμε από κοινού λύσεις, ώστε να επιτύχουμε βελτίωση της φροντίδας των ασθενών.

Μια σειρά από προκλήσεις στην οργάνωση της περίθαλψης του διαβήτη προκύπτουν από τα δεδομένα που παρουσίασε η κ. Laanen. Στοιχεία από τη Γερμανία απεικονίζουν τη «δημογραφική βόμβα» της γήρανσης του πληθυσμού, που συνεπάγεται αφενός αύξηση των χρονίων νοσημάτων όπως ο διαβήτης, αφετέρου μείωση του ενεργού πληθυσμού που πληρώνει για τις θεραπείες των παραπάνω νοσημάτων. Αυτός είναι ένας παράγοντας που διαταράσσει τον τρόπο που οργανώνουμε την περίθαλψη, κατέληξε.

Οι δαπάνες υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθούν τις επόμενες δεκαετίες, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, ωστόσο αν η περίθαλψη οργανωθεί αποτελεσματικά, το ποσοστό αυτό μπορεί να περιοριστεί, παρατήρησε. Τίθεται λοιπόν το ζήτημα της αποτελεσματικότητας της περίθαλψης, αλλά και της ποιότητας και του προσδόκιμου ζωής. Για πρώτη φορά από το 1970, το προσδόκιμο ζωής σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης –μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα- παρουσίασε μείωση την περασμένη χρονιά. Η αύξηση της επίπτωσης των χρονίων νοσημάτων, παρατήρησε η ομιλήτρια, αποτελεί μέρος αυτής της εικόνας.

Η κ. Laanen υπογράμμισε ότι είναι σημαντικό να αλλάξουμε τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον διαβήτη ως χρόνιο νόσημα με επιπτώσεις στην καθημερινότητα των ασθενών και να κατανοήσουμε ότι είναι μια νόσος που σκοτώνει σιωπηρά, όχι όπως τα οξέα νοσήματα, αλλά μακροπρόθεσμα.
Μακροχρόνια, μεγάλο ποσοστό του κόστους του διαβήτη αφορά στις επιπλοκές, στις συννοσηρότητες, σε νοσηλείες, πολλές από τις οποίες θα μπορούσαν να αποφευχθούν εάν αντιμετωπιστούν κατάλληλα.

Στοιχεία του 2018 για τις 28 χώρες της ΕΕ που παρουσίασε η κ. Laanen αναφορικά με τις άμεσες δαπάνες χρονίων νοσημάτων, του διαβήτη, της ογκολογίας και των αυτοάνοσων, δείχνουν ότι παρόλο που το συνολικό κόστος της ογκολογίας είναι μικρότερο από αυτό του διαβήτη (70 έναντι 93 δισ. €), το κομμάτι της φαρμακευτικής δαπάνης για τον διαβήτη είναι σημαντικό.

Πώς μπορούμε, λοιπόν, να βελτιώσουμε τις εκβάσεις για τα άτομα με διαβήτη; Η κ. Laanen συνόψισε τις κύριες συστάσεις που διατυπώθηκαν σε εκδήλωση που έγινε τον Νοέμβριο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για το θέμα:

Επανεξέταση των συστημάτων υγείας με εστίαση στην πρωτοβάθμια και την ολοκληρωμένη-ενιαία φροντίδα υγεία (integrated care), λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλους τους εμπλεκόμενους και τον ρόλο του καθενός, του ασθενή, του γενικού ιατρού της ΠΦΥ, του νοσηλευτή, αλλά και των διαφόρων ειδικοτήτων που ασχολούνται με τον διαβήτη. Αν δεν είμαστε σε θέση να ελέγξουμε τον τρόπο που οργανώνουμε την περίθαλψη και να περιορίσουμε τις επιπλοκές του διαβήτη, θα αντιμετωπίσουμε μεγάλες προκλήσεις, τόνισε η ομιλήτρια.

Περίπου 90% των ασθενών με διαβήτη αντιμετωπίζονται στο επίπεδο της πρωτοβάθμιας περίθαλψης, η οποία θα σηκώνει όλο και μεγαλύτερο βάρος, καθώς αναμένεται μείωση του ποσοστού των ειδικών ιατρών (ενδοκρινολόγων, ειδικών παθολόγων κλπ.) που ασχολούνται με τον διαβήτη. Επομένως πρέπει να εξετάσουμε την αναδιοργάνωση της ΠΦΥ και να διασφαλίζεται η συνεχιζόμενη εκπαίδευση των γιατρών και συνεπώς η ποιοτική φροντίδα υγείας.

Η ευελιξία είναι ακόμα ένας σημαντικός παράγοντας στη φροντίδα του διαβήτη, καθώς ασθενείς με διαφορετικού τύπου και σταδίου διαβήτη επισκέπτονται τα ιατρεία και πρέπει να χρησιμοποιούνται οι κατάλληλοι πόροι για την αντιμετώπισή τους.

Ενδυνάμωση των ατόμων με διαβήτη, με τη βοήθεια της ψηφιακής τεχνολογίας και των καινοτόμων θεραπειών. Οι διαβητικοί είναι τον περισσότερο καιρό μόνοι με τη νόσο, επομένως η προσωπική ενδυνάμωση είναι πολύ σημαντική. Οι ασθενείς με διαβήτη ή άλλα χρόνια νοσήματα στην πραγματικότητα περνούν ελάχιστο χρόνο με τον γιατρό τους, και όλο το υπόλοιπο διάστημα είναι οι ίδιοι «γιατροί» του εαυτού τους, παρατήρησε η κ. Laanen και ανέφερε πως ένας ασθενής με ΣΔτ1 λαμβάνει 180 περίπου αποφάσεις την ημέρα σχετικά με τη νόσο. Σε αυτό το σημείο η ψηφιακή τεχνολογία μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη και υποστηρικτική.

Αξιοποίηση των δεδομένων υγείας για τον προσδιορισμό, τη μέτρηση και την επίτευξη καλύτερων εκβάσεων. Γιατί χρειαζόμαστε λοιπόν δεδομένα; «Το να μην γνωρίζουμε, τροφοδοτεί την απραξία», είπε ο επικεφαλής του European Diabetes Forum, μας μετέφερε η ομιλήτρια, τόσο σε κλινικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Αν δεν γνωρίζουμε τι προσπαθούμε να επιλύσουμε, πώς θα αναλάβουμε δράση; Χρειαζόμαστε δηλαδή δεδομένα σε εθνικό επίπεδο, για την αρτηριακή πίεση, για τις συννοσηρότητες του διαβήτη, αλλά για τις εκβάσεις των ασθενών ώστε να οργανώσουμε τη δράση μας.

Ολοκληρώνοντας την ομιλία της, η κ Laanen ανέφερε τη δήλωση της Γερμανίδας Ευρωβουλευτή που οργάνωσε την παραπάνω εκδήλωση για τον Διαβήτη, «Εύχομαι οι ειδικοί, οι ασθενείς και οι υπεύθυνοι για τις πολιτικές υγείας στο πεδίο του Διαβήτη, να συναντηθούν ώστε να ευθυγραμμίσουν τους στόχους και τις μεθόδους τους και να βοηθήσουν αποτελεσματικά τα άτομα με διαβήτη σε όλη την Ευρώπη». Αυτό είναι που χρειάζεται για την ανάπτυξη ενός Σχεδίου Δράσης, και αυτός είναι ο σκοπός της συζήτησης που θα ακολουθήσει, είπε η ομιλήτρια, ανάμεσα σε εκπροσώπους της βιομηχανίας, ιατρούς, οικονομολόγους υγείας αλλά και ασθενείς, ώστε να βεβαιωθούμε ότι πηγαίνουμε στην ίδια κατεύθυνση.

ΠΟΙΑ ΤΑ ΠΡΟΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ;

Το γεγονός ότι ο διαβήτης αποτελεί μια σύγχρονη επιδημία, τονίστηκε από τις ομιλίες που προηγήθηκαν παρατήρησε η κυρία Τώνια Βασιλάκου, ανοίγοντας τη συζήτηση, και στη συνέχεια έθεσε το ζήτημα του ρόλου της διατροφής στον έλεγχο του ΣΔ.

Από τα στοιχεία είναι σαφής μια παράλληλη πορεία στην επιδημία της παχυσαρκίας και αυτής του ΣΔ, όπου η διατροφή παίζει έναν κρίσιμο ρόλο, τόσο στην πρόληψη όσο και στη διαχείριση της νόσου. Εθνικό Σχέδιο Δράσης είναι απαραίτητο όχι μόνο στον διαβήτη αλλά και στη διατροφή, τόνισε η κ Βασιλάκου, καθώς η χώρα έχει δυσμενείς δείκτες στον διαβήτη αλλά και στην παχυσαρκία και κυρίως στην παιδική. Ο ΣΔτ2 στα παιδιά ήταν κάτι άγνωστο παλιότερα, και η εμφάνισή του έχει άμεση σχέση με την παιδική παχυσαρκία, παρατήρησε. Η Ελλάδα παρουσιάζει αυτή την εικόνα δεδομένου ότι υπάρχει άνοδος της ανθυγιεινής διατροφής, απομακρυνόμαστε από το πρότυπο της μεσογειακής διατροφής, αλλά και η σωματική δραστηριότητα των ενηλίκων και των παιδιών είναι σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Φαίνεται μάλιστα, ότι η Ελλάδα έχει χειρότερη επίδοση τα τελευταία χρόνια στην άσκηση των εφήβων σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Τα τελευταία τρία χρόνια έχουν ληφθεί αποφάσεις προς θετική κατεύθυνση από την Εθνική Επιτροπή Διατροφικής Πολιτικής, αυτές όμως πρέπει να εφαρμοστούν και να ενισχυθούν μέσα από ένα ΕΣΔ για τη διατροφή, υπογράμμισε η κ. Βασιλάκου.

Έχει πολύ μεγάλη σημασία να αξιοποιήσουμε τα μηνύματα που έρχονται από τις ΗΠΑ αλλά και την Ευρώπη σχετικά με τη διαχείριση των συμπεριφορικών κινδύνων –μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το θέμα της διατροφής στον ΣΔ. Αυτή έχει ανατεθεί κυρίως στους γενικούς γιατρούς αποσκοπώντας σε μια ισχυρή παρέμβαση, παρατήρησε ο καθηγητής Γιάννης Κυριόπουλος.

Στη συνέχεια τον λόγο πήρε ο κ. Χρήστος Δαραμήλας, εκπροσωπώντας του ασθενείς με ΣΔ, ο οποίος τόνισε το έργο της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας στην εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας στον διαβήτη, ωστόσο, παρατήρησε ότι υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη στην εκπαίδευση των ασθενών.

Πολυπόθητο και αναγκαίο χαρακτήρισε το ΕΣΔ για τον διαβήτη στη χώρα μας ο κ. Δαραμήλας. Ακόμα περισσότερο που με βάση τα στοιχεία της ΗΔΙΚΑ, γνωρίζουμε ότι σήμερα οι ασθενείς με διαβήτη στην Ελλάδα φθάνουν τους 973.803, δηλαδή έχουν αυξηθεί κατά 8.500 περίπου σε σχέση με πέρυσι. Όλοι οι εμπλεκόμενοι πρέπει να συνεργαστούμε για το ΕΣΔ για τον Διαβήτη επισήμανε, χωρίς να εξετάσουμε ποιος θα έχει την πρωτοβουλία.

Τα νέα φάρμακα του ΣΔ δεν είναι στις προτεραιότητες του Υπουργείου Υγείας, αλλά θα γίνει συζήτηση με τον Υπουργό ελπίζοντας ότι θα αλλάξει άποψη, κατέληξε.

Τα ποσοστά του διαβήτη ξεπέρασαν το 10% στην Ελλάδα και καλπάζουν, παρατήρησε ο κ Κυριόπουλος και επισήμανε ότι αυτό αποτελεί επιχείρημα υπέρ της διαπραγμάτευσης των νέων φαρμάκων του διαβήτη, έτσι ώστε να αλλάξει η ατζέντα του Υπουργείου.

Σχολιάζοντας το θέμα του Εθνικού Σχεδίου Δράσης, ο κ Κυριόπουλος επισήμανε ότι το πρώτο ΕΣΔ που είχε εκπονηθεί από την Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία και την ΕΣΔΥ πρέπει να ανανεωθεί με βάση τα νέα δεδομένα. Κυρίως όμως πρέπει να εστιάσει όχι μόνο στη δέσμευση των γιατρών και των ασθενών αλλά και των δημοσίων οργάνων.

Η επιτυχία ενός Σχεδίου Δράσης συνδέεται με το πώς έχει γίνει, ποιοι συμμετείχαν στην ανάπτυξή του, είπε ο κ. Άγις Τσουρός. Το υπάρχον ΕΣΔ για τον διαβήτη στην Ελλάδα είναι ιατροκεντρικό, σχολίασε, ενώ στη συζήτηση θα πρέπει να συμμετέχουν όλα τα επαγγέλματα υγείας και οι ασθενείς. Οι χώρες με επιτυχημένα ΕΣΔ είναι αυτές που εμπλέκουν από την αρχή της διαδικασίας όσους πρέπει να έχουν φωνή, πρόσθεσε.

Στη συνέχεια, ο κ. Τσουρός αναφέρθηκε στο Κουβέιτ ως παράδειγμα χώρας με χειρότερους δείκτες για την παχυσαρκία και τον διαβήτη συγκριτικά με την Ελλάδα και τόνισε ότι αν οι πολιτικές για τη διατροφή και την παχυσαρκία δεν αποτελέσουν προτεραιότητα για την εκεί κυβέρνηση, το καλύτερο σχέδιο δράσης δεν θα έχει αποτελέσματα. Οι μεγάλες απαντήσεις που αφορούν τον διαβήτη έχουν σχέση με τη διατροφή, και όχι πλέον με την ενημέρωση, είπε χαρακτηριστικά. Χρειάζονται επομένως δυναμικές παρεμβάσεις από το κράτος με πολιτικές που «θα χτυπήσουν το πρόβλημα στη ρίζα του», π.x., οι φόροι στα προϊόντα με ζάχαρη, κλπ.

Ωστόσο, τόνισε, είναι απαραίτητη μια εθνική στρατηγική για όλα τα μη μεταδιδόμενα νοσήματα, και Σχέδια Δράσης για τον διαβήτη, την παχυσαρκία, τη διατροφή, τη φυσική δραστηριότητα κλπ. Αναφορικά με τη φυσική δραστηριότητα υπογράμμισε ότι υπάρχουν πολλές δυνατότητες της σύγχρονης πολεοδομίας ώστε να είναι ευκολότερο για τους κατοίκους μιας πόλης να είναι περισσότερο δραστήριοι σωματικά, όχι σε γυμναστήρια, αλλά στην καθημερινότητά τους.

Ο κ. Τσουρός υπογράμμισε ότι κεντρικές διαστάσεις των πολιτικών δημόσιας υγείας σήμερα αποτελούν η καθολική κάλυψη του πληθυσμού και η ισότητα, καθώς το πρόβλημα είναι οι πιο ευάλωτοι να έχουν την πρόσβαση που χρειάζονται στις υπηρεσίες υγείας.

Παρότι οι πρωτοβουλίες από την ακαδημαϊκή κοινότητα, τους δήμους κλπ. είναι σεβαστές, οι πολιτικές πρέπει να έρθουν από την πλευρά της πολιτείας. Οι μεγάλες ανατροπές θα γίνουν σε όλο το φάσμα των μη μεταδιδόμενων νοσημάτων και ξεπερνούν το πεδίο ευθύνης του Υπουργείου Υγείας, παρατήρησε ο κ. Τσουρός. Κλείνοντας, αναφέρθηκε στη σημασία της αυτο-διαχείρισης των ασθενών, ιδιαίτερα στον διαβήτη, η οποία ωφελείται από τα κοινωνικά δίκτυα και την ψηφιακή τεχνολογία.

Ο κ. Κυριόπουλος, ανακεφαλαιώνοντας όσα ειπώθηκαν από τους συμμετέχοντες στη συζήτηση, ξεχώρισε το θέμα της διατροφής στον ΣΔ σε συνδυασμό με την ΠΦΥ, η οποία θα πρέπει να διαχειρίζεται τους συμπεριφορικούς κινδύνους για την υγεία, με τους οποίους σήμερα κανείς δεν ασχολείται στη χώρα, όπως παρατήρησε. Υπογράμμισε την ανάγκη της εμπλοκής των ασθενών και όλης της κοινότητας του διαβήτη στη λήψη αποφάσεων, καθώς, είναι πεποίθησή του πως μια πολιτική δεν μπορεί να σχεδιάζεται «πατερναλιστικά». Για τον λόγο αυτό, οι ασθενείς πρέπει να είναι ενημερωμένοι και εκπαιδευμένοι ώστε να συνδιαλέγονται με τους ειδικούς. Τέλος, ο κ. Κυριόπουλος συμφώνησε με τον κ. Τσουρό ότι έχει προτεραιότητα ένα Εθνικό Σχέδιο για τα μη μεταδιδόμενα νοσήματα, έναντι ενός ΕΣΔ για τον διαβήτη.