Τι αλλάζει η δεκαετής πλέον παραγραφή εισφορών ασφαλιστικών ταμείων

Πρώτη καταχώρηση: Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2023, 13:59
Χρήστος Ηλ. Τσίχλης
Τι αλλάζει η δεκαετής πλέον παραγραφή εισφορών ασφαλιστικών ταμείων

Γράφει ο Χρήστος Ηλ. Τσίχλης Δικηγόρος Αθηνών- Συνταγματολόγος- Νομικός συνεργάτης Οικουμενικού Πατριαρχείου για την Ελλάδα- Συνήγορος Αμερικανικού Δημοκρατικού Κόμματος στην Ελλάδα- Δ.Σ. Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Δήμου Αθηναίων- Δ.Σ. ιδρύματος Μπότσαρη, νομικός σύμβουλος Βορειοηπειρωτών Ελλάδος

Στα 10 έτη -από τα 20 έτη που ίσχυε μέχρι σήμερα- μειώνεται ο χρόνος που έχει στη διάθεσή του ο ΕΦΚΑ για να βεβαιώσει και να εισπράξει απαιτήσεις από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 4997/2022. Αν η απαίτηση του ΕΦΚΑ δεν βεβαιωθεί και η οφειλή δεν κοινοποιηθεί στον ασφαλισμένο μέσα σε αυτό το διάστημα, οι οφειλές παραγράφονται.

Η διαδικασία της δεκαετούς παραγραφής οφειλών προς τον ΕΦΚΑ, που θεσμοθετείται με ειδική διάταξη στο ασφαλιστικό νομοσχέδιο, θα διακόπτεται κάθε φορά που ο ασφαλισμένος θα ειδοποιείται για το χρέος του.

Διακοπή παραγραφής σημαίνει ότι η δεκαετία θα ξεκινάει εκ νέου αμέσως μετά την ειδοποίηση από το ασφαλιστικό ταμείο.

Εάν η απαίτηση δεν βεβαιωθεί (αναζητηθεί) μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, παραγράφεται.

Το νομοθετικό πλαίσιο προσαρμόζεται κατ’ αρχάς στην απόφαση 1833/2021 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στη συνέχεια, από 1ης Ιανουαρίου 2027, η παραγραφή γίνεται πενταετής, ώστε να είναι αντίστοιχη με αυτή που ισχύει για τη φορολογική διοίκηση, συνεπώς και ο ΕΦΚΑ θα οφείλει να βεβαιώνει οφειλές εντός πενταετίας.

Η διάταξη αφορά όλες τις κατηγορίες οφειλετών ασφαλιστικών εισφορών (εργοδότες, ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοτελώς απασχολούμενοι, αγρότες). Για την παραγραφή των μη βεβαιωμένων οφειλών δεν απαιτείται αίτηση ασφαλισμένου. Η διαδικασία παραγραφής των βεβαιωμένων γίνεται κεντρικά και μαζικά κάθε έτος από τις υπηρεσίες του KEAO και οι εν λόγω οφειλές δεν θα εμφανίζονται στην καρτέλα του οφειλέτη.

Στα πέντε χρόνια η παραγραφη για τις οφειλές που δημιουργούνται από το 2026 και μετά:

Σύμφωνα επίσης με τον e-ΕΦΚΑ, οι οφειλές που δημιουργούνται από το 2026 και μετά θα παραγράφονται στα πέντε χρόνια, ώστε οι χρόνοι παραγραφής των ασφαλιστικών οφειλών να προσεγγίζουν αυτές των φορολογικών.

Τονίζεται πως το ενδεχόμενο παραγραφής παύει να ισχύει όταν ο e-ΕΦΚΑ ή το ΚΕΑΟ- εντός της 10ετίας- ειδοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο τον ασφαλισμένο για την οφειλή: με δικαστικό επιμελητή-κλητήρα, επιστολή, ηλεκτρονική ειδοποίηση, εφόσον υπάρξει μέτρο διοικητικής εκτέλεσης για την είσπραξή της (κοινοποίηση ατομικής ειδοποίησης, επιβολή κατάσχεσης επί κινητής/ακίνητης περιούσιας ή απαίτησης εις χείρας Τρίτου, προσδιορισμός προγράμματος πλειστηριασμού κ.λπ.) κ.α.

Διευκρινίζεται ότι οι εργαζόμενοι δεν χάνουν τα ασφαλιστικά δικαιώματά τους για οφειλές των εργοδοτών τους κατά το χρονικό διάστημα της περιόδου 2006-2011, που- βάσει της νέας διάταξης- έχουν παραγραφεί.

Παράδειγμα 1o: Αυτοαπασχολούμενος που υποβάλλει αίτηση συνταξιοδότησης το 2022 οφείλει εισφορές για τα έτη 2002-2011, τις οποίες ο ΕΦΚΑ δεν του έχει καταλογίσει μέχρι τη στιγμή της αίτησης. Οι εισφορές αυτές αφορούν διάστημα πέραν της δεκαετίας και άρα είναι παραγεγραμμένες. Έστω ότι, για να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα, ο αυτοαπασχολούμενος χρειάζεται ακόμη 5 χρόνια ενσήμων. Τότε έχει την δυνατότητα να πληρώσει τα 5 από τα 10 παραγεγραμμένα χρόνια, ώστε να τα αναγνωρίσει ως ασφαλιστικό χρόνο.

Στον αντίποδα, εάν ο ΕΦΚΑ είχε προβεί σε κοινοποίηση προς τον ασφαλισμένο της βεβαίωσης οφειλής των εν λόγω εισφορών εντός δεκαετίας από τη γένεσή της (γεγονός που διακόπτει τον χρόνο παραγραφής) τότε ο ασφαλισμένος οφείλει το σύνολο των εισφορών.

Παράδειγμα 2o: Το 2019 βεβαιώθηκε και στη συνέχεια, με αίτηση του ασφαλισμένου, ρυθμίστηκε οφειλή του 2008, η οποία με την εν λόγω διάταξη αναφέρεται σε διάστημα πέραν της δεκαετίας και άρα καθίσταται παραγεγραμμένη. Ο οφειλέτης αυτός μπορεί, με αίτησή του, να ζητήσει τη διαγραφή της υπολειπόμενης παραγεγραμμένης οφειλής του. Μπορεί, όμως, να συνεχίσει να εξυπηρετεί τη ρύθμιση, ώστε να του αναγνωρισθεί ο ασφαλιστικός χρόνος που αντιστοιχεί στην οφειλή.

Αν δηλαδή κάποιος δεν πληρώσει μέσα στη δεκαετία τις οφειλές του, αυτές «σβήνονται»; Όχι, επειδή η παραγραφή διακόπτεται κάθε φορά που ο ασφαλισμένος ειδοποιείται ότι οφείλει ασφαλιστικές εισφορές και η δεκαετία ξεκινά εκ νέου από την ειδοποίηση.

Για παράδειγμα: Αν κάποιος οφείλει ασφαλιστικές εισφορές για την άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος το 2018 και δεν τις έχει καταβάλει, η παραγραφή της οφειλής του ξεκινά από την 1η Ιανουαρίου 2019. Εάν δεν έχει ειδοποιηθεί ότι χρωστά μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2028, η απαίτηση παραγράφεται. Εάν όμως βεβαιωθεί η οφειλή και του έλθει ατομική ειδοποίηση στις 5 Οκτωβρίου 2021, η παραγραφή εκτείνεται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2031. Εάν στη συνέχεια γίνει κάποια πράξη διοικητικής εκτέλεσης (λ.χ. κατάσχεση κάποιου περιουσιακού στοιχείου) στις 10 Μαρτίου 2030, η παραγραφή εκτείνεται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2041.

Η πραγματική αδυναμία πληρωμής, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης της τελευταίας δεκαετίας και της Πανδημίας του Κορωνο'ι'ου, δεν μπορεί να εξισωθεί με την ανθρωποκτονία,τον Βιασμό,τον Εμπρησμό,την Διάρρηξη, την Ληστεία,την Παιδική κακαποίηση, την Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,το εμπόριο λευκής σαρκος και με τα κακουργήματα που παραγράφονται στα 20 έτη. Το άρθρο 25 του Συντάγματος, κατοχυρώνει τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα.

Με βάση αυτή την αρχή, ακόμη κι αν ο περιορισμός είναι κατάλληλος, δεν πρέπει να είναι επαχθέστερος από το αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος μέτρο. Δηλαδή η αρχή της αναλογικότητας μεριμνά ώστε οι υφιστάμενοι νομοθετικοί περιορισμοί να είναι οι όσο το δυνατόν λιγότερο επαχθείς για το θιγόμενο αποδέκτη του μέτρου. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, στη νομολογιακή του ιστορία, φαίνεται ότι εξετάζει εάν ο περιορισμός ενός ατομικού δικαιώματος υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο, ώστε να αποφανθεί για την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Ως προσήκον μέτρο τέλος, θεωρείται η επιλογή του περιορισμού αυτού που θα είναι αποτελεσματικός για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και συγχρόνως ο ηπιότερος ως προς τις δυσμενείς συνέπειες για το θιγόμενο δικαίωμα μεταξύ των ισοδύναμων σε αποτελεσματικότητα μέσων.

Το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (650/18), υπενθυμίζει ότι η Ευρωπαϊκή ένωση «εδράζεται στις αδιαίρετες και οικουμενικές αξίες της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, της ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης» και «ερείδεται στις αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου». Μεταξύ των αξιών αυτών, το κράτος δικαίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αφού πρόκειται για συνταγματική αρχή με διττό περιεχόμενο, τυπικό και ουσιαστικό. Πράγματι, οι εκφάνσεις του κράτους δικαίου δεν συνιστούν απλώς τυπικές και διαδικαστικές επιταγές, αλλά αποτελούν το μέσον της εφαρμογής και του σεβασμού της δημοκρατίας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ο σεβασμός του κράτους δικαίου ως αξίας της Ένωσης επιβάλλεται ως «λειτουργική ανάγκη» της Ένωσης.

Μετά την πανδημία του κορωνοϊού,οι προβλέψεις παραμένουν, δυσοίωνες από όλους τους διεθνείς οργανισμούς, που αναφέρονται στην χειρότερη ύφεση που θα γνωρίσει η παγκόσμια οικονομία μετά τη Μεγάλη Ύφεση του 1930, τη χειρότερη των τελευταίων 90 χρόνων, όπως τόνισε το ΔΝΤ. Είναι ενδεικτικό πως η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει συρρίκνωση του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 5%.

Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου (πρόεδρος η Μαίρη Σάρπ και εισηγήτρια η σύμβουλος Επικρατείας Κωνσταντίνα Κονιδιτσιώτου) με την υπ΄ αριθμ. 1833/2021 απόφασή της έκρινε, ότι το άρθρο 95 παρ. 1 του νόμου 4387/2016 που όρισε ως γενικό κανόνα την εικοσαετή παραγραφή για αξιώσεις για την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, όσων υπάγονται στο ΕΦΚΑ, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου.

Ειδικότερα η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά πλειοψηφία αποφάσισε υπέρ της αντισυνταγματικότητας της διάταξης για 20 ετη παραγραφή με το σκεπτικό ότι το επίμαχο άρθρο 95 του νόμου του 2016 «αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον χρόνος παραγραφής 20 ετών δεν συνιστά εύλογη διάρκεια μιάς προθεσμίας, η οποία απαιτείται να είναι σχετικά σύντομη, δεδομένης και της αυξανόμενης ταχύτητας και πολυπλοκότητας των σύγχρονων βιοτικών σχέσεων και συναλλαγών, που αξιώνουν, κατ’ αρχήν, ταχεία εκκαθάριση των εκάστοτε τρεχουσών υποχρεώσεων των διοικουμένων».

Αναφορικά με την οργάνωση και τη λειτουργία των ασφαλιστικών φορέων, επισημαίνεται στην απόφαση της Ολομέλειας, ότι «ο προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής πρέπει να επαρκεί, ώστε, με τη συνδρομή και των σύγχρονων δυνατοτήτων της τεχνολογίας, να διενεργούνται, στο πλαίσιο της ορθολογικής οργάνωσής τους, επίκαιροι και αποτελεσματικοί, από την άποψη της εισπραξιμότητας, έλεγχοι με στόχο την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους, χωρίς να εκτείνεται σε μεγάλη διάρκεια, η οποία, λόγω της χρονικής απόστασης από την παράβαση δεν συμβάλλει στην ορθή, κατά το χρόνο ισχύος της, εφαρμογή της διαρκώς μεταβαλλόμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας και τη δημιουργία συνείδησης συμμόρφωσης προς αυτή, οδηγεί αναγκαίως, δεδομένης και της σοβαρής υποστελέχωσης των υπηρεσιών, σε ανεπίκαιρους και για το λόγο αυτό μειωμένης εισπραξιμότητας ελέγχους, συνεπάγεται μη διαχειρίσιμο φόρτο για τις υπηρεσίες και, ενδεχομένως, ενθαρρύνει την απραξία των ασφαλιστικών φορέων».

Ως προς τους βεβαρημένους με τις ασφαλιστικές εισφορές υπόχρεους, σημειώνεται ότι «ο χρόνος της παραγραφής απαιτείται να είναι ο αναγκαίος, ώστε, αφενός, να διασφαλίζεται το δικαίωμα άμυνας αυτών έναντι δυσχερειών απόδειξης περιστατικών αναγόμενων στο απώτερο παρελθόν, αφετέρου δε να μην οδηγούνται οι οφειλέτες σε οικονομική εξουθένωση λόγω της υποχρέωσης ταυτόχρονης καταβολής συσσωρευμένων οφειλών περισσότερων ετών, με περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις στην απασχόληση και την εθνική οικονομία γενικότερα».

Η υποχρέωση συμμόρφωσης της δημόσιας διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ,συνιστά θεμελιώδη πτυχή και έκφραση της αρχής του κράτους δικαίου και αποτελεί Συνταγματική επιταγή (άρθρο 95, παρ. 5 του Συντάγματος): «η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο όπως νόμος ορίζει….». Με βάση διάταξη του Συντάγματος, το Π.Δ. 18/1989, στο άρθρο 50 παρ. 4 προέβλεψε τον έλεγχο της διοίκησης: «Οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό. Ο παραβάτης, εκτός από τη δίωξη κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση.». Ο νόμος προβλέπει και την υποχρέωση της Διοίκησης να εφαρμόζει τις δικαστικές αποφάσεις του ΣτΕ και σε άλλες υποθέσεις με κύριο ζήτημα το κριθέν από το δικαστήριο : «Οι αποφάσεις της Ολομέλειας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο».

Τέλος, η δεσμευτικότητα των δικαστικών αποφάσεων για τη Διοίκηση προκύπτει και από τον νόμο 3068/2002.

 

Τελευταία ενημέρωση: Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2023, 14:07