Επιμέλεια: Αδάμ Αλεξόπουλος

Ο γνωστός καρδιοχειρουργός και πρώην συντονιστής διευθυντής του καρδιοχειρουργικού τμήματος στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Ιπποκράτειο», ο οποίος είχε συλληφθεί από τους «αδιάφθορους» της Ελληνικής Αστυνομίας για δωροληψίες τον Σεπτέμβριο του 2020, σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, επιστρέφει στην υπηρεσία του. Η επιστροφή αυτή βέβαια δημιουργεί προβληματισμό σε υψηλόβαθμα στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας και κατά άλλους και στην ίδια την ιατρική κοινότητα. 

Πάμε όμως να δούμε την υπόθεση. Εις βάρος του καρδιοχειρουργού είχε σχηματιστεί μια ιδιαίτερα βεβαρημένη δικογραφία, μετά από παρακολούθηση και άρση απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών και παγίδευση του γραφείου του με κάμερα. Τα μαγνητοσκοπημένα βίντεο αφορούσαν δοσοληψίες με ασθενείς, ενώ από την άρση των τηλεφωνικών επικοινωνιών είχαν καταγραφεί συνομιλίες με αιρετό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης από δήμο της Νοτίου Ελλάδος που έκανε τον μεσάζοντα.

Η κινητοποίηση, βέβαια, των αστυνομικών ξεκίνησε δύο μήνες νωρίτερα από τη διπλή έφοδο της Ελληνικής Αστυνομίας στο γραφείο του και στο σπίτι του και την επακόλουθή σύλληψή του. Τον Ιούλιο του 2020 ένας ασθενής είχε καταγγείλει ότι αναγκάστηκε να δώσει «φακελάκι» για να κάνει εγχείρηση.

Ο γιατρός, όπως είχε υποστηρίξει τότε ο ασθενής, του είχε ξεκαθαρίσει πως αν δεν πληρωνόταν δεν θα τον ξάπλωνε στο χειρουργικό τραπέζι. Τον Σεπτέμβριο του 2020 είχαν γίνει στην Αστυνομία οκτώ καταγγελίες από ασθενείς και το στενό τους περιβάλλον. Όλοι τους υποστήριζαν ότι εκβιάστηκαν από τον γιατρό και πείστηκαν να του δώσουν «φακελάκι».

Κατά τη σύλληψή του είχε κατασχεθεί ένας λευκός φάκελος που περιείχε 2.000 ευρώ. Στο γραφείο του είχε εντοπιστεί πλήθος λευκών φακέλων, κενοί περιεχομένου, και το χρηματικό ποσό των 1.570 ευρώ εντός πορτοφολιού. Στην κατ’ οίκον έρευνα που έγινε παρουσία εισαγγελέα οι αστυνομικοί είχαν προχωρήσει στην κατάσχεση 50.780 ευρώ και 4.845 δολαρίων ΗΠΑ.

Κατά τη διάρκεια της απολογίας του ο καρδιοχειρουργός είχε αρνηθεί όλες τις κατηγορίες. Μάλιστα, είχε ισχυριστεί ότι οι συγγενείς των ασθενών τού πρόσφεραν από μόνοι τους τα χρήματα. Ότι δηλαδή δεν είναι «φακελάκια» αλλά του τα έδιναν για να πραγματοποιήσει ένα… γεύμα στην υγεία των ασθενών του.

Δείτε το τότε ρεπορτάζ του Mega

 

 

Ας δούμε τι συνέβη με την υπόθεση του ιατρού. Όταν το Εσωτερικών Υποθέσεων τον έπιασε, κινήθηκε δικαστική διαδικασία και παραπέμφθηκε στη Δικαιοσύνη, αλλά και πειθαρχική. Δύο διαφορετικές διαδικασίες. Η δίκη του είχε προσδιοριστεί για τον Σεπτέμβριο του 2021. Τότε, ο ιατρός είχε ζητήσει μια σειρά από αναβολές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η νέα δίκη να προγραμματιστεί για τις 29 Σεπτεμβρίου του 2022. Αυτό σημαίνει πως ο ιατρός μέχρι σήμερα δεν έχει κριθεί από την Ελληνική Δικαιοσύνη. 

Κρίθηκε, όμως, από το Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο, μετά από ένα διάστημα αργίας, σύμφωνα με πληροφορίες, του επιτρέπει την πλήρη επιστροφή στα καθήκοντά του, σε ένα από τα πιο νευραλγικά νοσοκομεία της χώρας, αναφορικά με τα καρδιολογικά προβλήματα.

Κάπου εδώ θα πει κάποιος: «Μα πώς ένας ιατρός που πιάστηκε για “φακελάκια” μπορεί να επιστρέψει στα καθήκοντά του;». Η απάντηση έρχεται με ένα άρθρο σε έναν νόμο. Σύμφωνα με τον νόμο 4325/2015 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α 47/11-05-2015, «η πράξη με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε δυνητική αργία ή επαναφέρεται στα καθήκοντά του εκδίδεται από τον οικείο υπουργό ή το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή, αν δεν υπάρχει, από τον πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοίκησης των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ύστερα από γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου. Για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία απαιτείται προηγούμενη ακρόαση αυτού από το πειθαρχικό συμβούλιο.

Μετά την πάροδο έτους από τη θέση σε αργία, το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να γνωμοδοτήσει για τη συνέχιση ή μη της αργίας, άλλως η αργία αίρεται. Σε κάθε περίπτωση, η αργία αίρεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο διετίας από την έκδοση της απόφασης θέσεως του υπαλλήλου σε αργία.

Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της σχετικής πράξης. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση της πράξης επαναφοράς ή αυτοδίκαια από την τελεσιδικία της ποινικής απόφασης που δεν συνεπάγεται έκπτωση ή της πειθαρχικής απόφασης, η οποία δεν επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης ή από τη συμπλήρωση της διετίας κατά την προηγούμενη παράγραφο».

Και εδώ γεννιούνται συγκεκριμένα ερωτήματα. Δεν είναι αξιοπερίεργο που ένας επίορκος δημόσιος λειτουργός μπορεί να επιστρέψει στην εργασία του, αν και δεν έχει αποφασίσει για την τύχη του η Δικαιοσύνη; Στην περίπτωση που καταδικαστεί θα βγει πάλι σε αργία ή θα συνεχίσει να πληρώνεται από το Εθνικό Σύστημα Υγείας;