Μια «χαμένη» ελληνική αρχαία πόλη, ηλικίας περίπου 2.500 ετών, ανακάλυψε ομάδα αρχαιολόγων από τα πανεπιστήμια του Γκέτεμποργκ και του Μπούρνμαουθ κοντά στο χωριό Βλοχός της Καρδίτσας.

Μια άγνωστη αρχαία πόλη της Ελλάδας του 4ου ή 3ου αιώνα π.Χ. ανακάλυψαν τυχαία αρχαιολόγοι των πανεπιστημίων του Γκέτεμποργκ και του Μπούρνμαουθ κοντά στον Βλοχό ΚαρδίτσαςΗ περιοχή όπου βρέθηκαν τα ίχνη της χαμένης πόλης είναι γνωστή για τα αρχαιολογικά της ευρήματα, αποκαλύπτει σε δημοσίευμά του ο βρετανικός «Independent».

Ήταν ήδη γνωστή η ύπαρξη αρχαίων ερειπίων που βρίσκονταν στην επιφάνεια της γης, όμως ουδείς είχε προβεί σε επίσημη καταγραφή τους (πόσω μάλλον σε ανασκαφές στο σημείο).

Οι αεροφωτογραφίες που έλαβαν οι αρχαιολόγοι τον Σεπτέμβριο δείχνουν καθαρά τον ιστό της αρχαίας πόλης, που οι επιστήμονες σήμερα πιστεύουν πως άκμασε τον 4ο ή 3ο αιώνα π.Χ. Σε αυτές διακρίνονται ολοκάθαρα τα τείχη της πόλης, πύργοι και πύλες.

Στις αεροφωτογραφίες φαίνονται τα τείχη της αρχαίας πόλης

Ο επικεφαλής της ομάδας Ρόμπιν Ρόνλαντ δήλωσε: «Μαζί με έναν συνάδελφό μου περάσαμε από την τοποθεσία αυτή, ενώ ασχολούμασταν με ένα άλλο πρότζεκτ, και συνειδητοποιήσαμε πως εκεί υπήρχαν πολύ μεγάλες δυνατότητες. Το γιατί κανείς μέχρι τώρα δεν είχε ασχοληθεί με τον λόφο αυτό όπου εντοπίσαμε τα αρχαία παραμένει μυστήριο». 

Κοντινή αεροφωτογραφία δείχνει καθαρά τα τείχη και τους πύργους του αρχαίου οικισμού

Η ομάδα, μάλιστα, πιστεύει ότι θα αποφύγει να προβεί σε ανασκαφές με τις παραδοσιακές μεθόδους, αλλά ελπίζει ότι με τη χρήση ειδικού «ραντάρ διείσδυσης εδάφους», όπως λέγεται, θα μπορέσει να ανιχνεύσει πού βρίσκονται τα αρχαία κατάλοιπα και επομένως να μη διαταράξει το φυσικό τοπίο. 

Κάτοψη της αρχαιολογικής περιοχής

Τον Σεπτέμβριο, η αρχαιολογική ομάδα πραγματοποίησε έρευνες στην περιοχή, οι οποίες διήρκεσαν δύο εβδομάδες. Κατά τη διάρκειά τους μπόρεσαν να συγκεντρώσουν δείγματα κεραμικής και νομίσματα που χρονολογούνται από τον 5ο αιώνα π.Χ.

Τμήμα κεραμικής που ανακαλύφθηκε στο σημείο
Ο κ. Ρόνλαντ τοποθετεί την ακμή της πόλης περί τον 4ο-3ο αιώνα π.Χ. και θεωρεί πως εγκαταλείφθηκε πιθανότατα μετά τη ρωμαϊκή εκστρατεία στην Ελλάδα. 

«Πολύ λίγα πράγματα είναι γνωστά για τις αρχαίες πόλεις της ευρύτερης περιοχής και πολλοί ερευνητές έχουν υποθέσει κατά το παρελθόν πως η δυτική Θεσσαλία ήταν “στάσιμη” κατά την αρχαιότητα. Η εργασία μας επιβεβαιώνει πως στο έδαφος της Ελλάδας υπάρχουν πολλά ακόμα να ανακαλυφθούν» λέει.

Το δημοσίευμα του «Independent»:

Τι απαντά το υπουργείο Πολιτισμού

«Ο αρχαιολογικός χώρος Βλοχού είναι γνωστός από τον 19ο αιώνα», σχολιάζει με επίσημη ανακοίνωσή του το υπουργείο Πολιτισμού, απαντώντας στα δημοσιεύματα που έκαναν λόγο για ανακάλυψη «χαμένης» αρχαίας πόλης στη Θεσσαλία.

«Πρόκειται για μία ακρόπολη με ισχυρά τείχη εξαιρετικής διατήρησης που αναπτύσσονται τόσο στην κορυφογραμμή του λόφου όσο και στις κλιτύες του», αναφέρει επίσης το υπουργείο.

Ολόκληρη η ανακοίνωση:

Ο αρχαιολογικός χώρος Βλοχού είναι γνωστός από το 19ο αιώνα. Η θέση έχει κηρυχθεί ως αρχαιολογικός χώρος με Υπουργική Απόφαση ήδη από το 1964 (ΥΑ 1154/4.3.1964/ΦΕΚ91/Β’/19.3.1964), ενώ έχει καταρτισθεί πρόταση επικαιροποίησης της κήρυξης και οριοθέτησής του.

Σημαντικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν κατά την φετινή περίοδο στον αρχαιολογικό χώρο του Βλοχού, που εκτείνεται στην κορυφή και τις άμεσες παρυφές του λόφου «Στρογγυλοβούνι», στη δυτική θεσσαλική πεδιάδα και πιο συγκεκριμένα στον Δήμο Παλαμά, στην ΠΕ Καρδίτσας.

Πρόκειται για μία ακρόπολη με ισχυρά τείχη εξαιρετικής διατήρησης που αναπτύσσονται τόσο στην κορυφογραμμή του λόφου όσο και στις κλιτύες του.

Τα τείχη στον πεδινό χώρο δεν είναι ορατά επιφανειακά, ωστόσο, όπως διαπιστώθηκε κατά τη γεωφυσική διασκόπηση, διατηρούνται αμέσως κάτω από την επιφάνεια του εδάφους.

Στην κορυφή εντοπίζονται επίσης κατάλοιπα αρχιτεκτονικών κατασκευών, που αφορούν σε ένα κτιστό περίβολο ασαφούς προς το παρόν χρήσης, καθώς και σε θεμελιώσεις κτηρίων. Ο πολεοδομικός ιστός της αρχαίας πόλης εκτείνεται κατά κύριο λόγο στην πεδινή περιοχή, στη θέση «Πάτωμα», καθώς στο χώρο διατηρούνται ορατά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα.

Η πρώτη αναφορά στο χώρο έγινε από τον W. Leake (Travelers in Northern Greece, vol. IV, 1835). Ακολούθησε ο J. L. Ussing (Rejsebilleder fra Syden, 1847), οι παρατηρήσεις του οποίου αποτελούσαν τη βασική πηγή πληροφοριών για τουλάχιστον 150 χρόνια. Στην συνέχεια ο Léon Heuzey (Excursion dans la Thessalie turque en 1858, 1927) επισκέφτηκε το χώρο το 1850, ενώ ο Friedrich Stählin (Das hellenische Thessalien (1924) προχώρησε σε ταύτιση της θέσης με την αρχαία πόλη Πειρασία. Το 1960 έγιναν οι πρώτες ανασκαφές τάφων στο νεκροταφείο. Επιπλέον, σωστικές ανασκαφές στο Βλοχό διεξήχθησαν πρόσφατα από τις αρμόδιες Εφορείες (πρώην ΙΓ’ ΕΠΚΑ (Βόλος) και πρώην ΛΔ’ ΕΠΚΑ (Καρδίτσα)).

Κατά το τρέχον έτος ξεκίνησε αρχαιολογικό πρόγραμμα στη θέση, το οποίο αποτελεί συνεργασία του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Καρδίτσας. Πρόκειται για τριετές πρόγραμμα που διεξάγεται υπό τη διεύθυνση της κ. Μαρία Βαϊοπούλου, Προϊσταμένης της Ε.Φ.Α. Καρδίτσας, ενώ επικεφαλής από την πλευρά του Σουηδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου είναι η Dr Heléne Whittaker, καθηγήτρια στο τμήμα Ιστορικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Γκέτεμποργκ. Στις εργασίες πεδίου συμμετέχουν ο κ. Robin Rönnlund (Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ) και η κ. Φωτεινή Τσιούκα (Ε.Φ.Α. Καρδίτσας).

Ο προγραμματισμός εργασιών που εγκρίθηκε από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο τον Αύγουστο του 2016 περιλαμβάνει επιφανειακή έρευνα, γεωφυσική διασκόπηση και φωτογραμμετρική τεκμηρίωση του χώρου με σύγχρονες μεθόδους.

Οι εργασίες πεδίου της φετινής περιόδου επικεντρώθηκαν στο χώρο όπου εκτείνεται η οχυρωμένη αρχαία πόλη στη θέση «Στρογγυλοβούνι» και περιλαμβάνει την κορυφή και τις πλαγιές του ομώνυμου λόφου καθώς και την πεδινή περιοχή στα νότια ριζά του. Τα οχυρωματικά τείχη αποτυπώθηκαν, καταγράφηκαν με μεθόδους που συνδυάζουν την παραδοσιακή αρχαιολογική τεκμηρίωση και τη σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία.

Τα πρώτα αποτελέσματα των εργασιών υποδεικνύουν ότι ο χώρος του Βλοχού χρησιμοποιήθηκε σε τρεις χρονολογικές περιόδους, εκ των οποίων η πρώτη περιλαμβάνει κυκλοτερή οχύρωση στην κορυφή του λόφου και τείχη που κατευθύνονται προς το νότιο πεδινό τμήμα του λόφου και χρονολογούνται στα ύστερα αρχαϊκά – πρώιμα κλασικά χρόνια, σύμφωνα με την τεχνοτροπία της τοιχοδομίας. Ο χώρος φαίνεται ότι αναδιαμορφώθηκε σε μια δεύτερη φάση σε τυπική πόλη των κλασικών – ελληνιστικών χρόνων με πολεοδομικό ιστό, οικίες, ακόμα και Αγορά, όπως διαπιστώθηκε κατά τη γεωφυσική διασκόπηση. Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε στις αρχές του 2ου αι. π.Χ. ενώ επανακατοικήθηκε κατά τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους.

Επιμέλεια: Χρήστος Καράμπελας

Διαβάστε επίσης: