Μπορεί ο ελληνικός Τουρισμός την τελευταία εξαετία να καταγράφει συνεχόμενα ρεκόρ, τόσο στον αριθμό των αφίξεων από το εξωτερικό, όσο και στις εισπράξεις, η περαιτέρω ανάλυση όμως των αγορών από τις οποίες προέρχονται οι περισσότεροι επισκέπτες -εκεί όπου οι ελληνικοί προορισμοί ανέβασαν μερίδια αγοράς- δίνει ενδιαφέροντα συμπεράσματα και εν μέρει εξηγεί τη μεγάλη “ψαλίδα” ανάμεσα στον όγκο των τουριστών και στα έσοδα που μπαίνουν στο τέλος της σεζόν στο καλάθι.

Σημειώνεται πως σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία για το ταξιδιωτικό ισοζύγιο, την περίοδο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2018, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις εμφάνισαν αύξηση κατά 9,9% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2017, αγγίζοντας τα 15,6 δισ. ευρώ, ενώ οι εκτιμήσεις των επιχειρηματιών της αγοράς για τη χρονιά που πέρασε λένε πως τα τουριστικά έσοδα θα φτάσουν τα 16 δισ. ευρώ και οι επισκέπτες τα 33 εκατ. συμπεριλαμβανομένων των ταξιδιωτών κρουαζιέρας.

Τα τελευταία στοιχεία έρχονται από μελέτη που εκπόνησε το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΝΣΕΤΕ) με θέμα:

«Ο τουρισμός στην Ελλάδα και στους κύριους ανταγωνιστικούς προορισμούς, 2012 – 2016», που βασίζεται στα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του UNWTO για όλες τις χώρες.

Συνολικά εξετάστηκαν 25 αγορές που δημιουργούν περισσότερο από το 90% των εσόδων του εισερχόμενου τουρισμού στην Ελλάδα, στις οποίες περιλαμβάνονται τόσο παραδοσιακές αγορές μας (από Δυτική Ευρώπη, ΗΠΑ κλπ.) όσο και νέες (Ανατολική Ευρώπη, Βαλκάνια).

Όπως έδειξε η μελέτη, σε όλες σχεδόν τις εξεταζόμενες αγορές η Ελλάδα εμφάνισε σημαντική αύξηση στη διείσδυσή της και κυρίως στη Ρουμανία (από 12,9% το 2012 σε 34,5% το 2016), στην Πολωνία (από 7,2% το 2012 σε 15,4% το 2016), στην Ιταλία και στις ΗΠΑ (από 6,3% το 2012 σε 9,9% το 2016).

Τη μεγαλύτερη όμως διείσδυση η Ελλάδα την σημειώνει στις γειτονικές με αυτή αγορές όπως η Κύπρος, η Αλβανία, η ΠΓΔΜ, η Βουλγαρία, η Σερβία και η Ρουμανία. Αξιοσημείωτο για την Ελλάδα είναι, όπως επισημαίνει η μελέτη, ότι η διείσδυσή της από τις αγορές της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου (που αποτελούν διαχρονικά τις μεγαλύτερες αγορές της) είναι κάτω από το 10%.

Έτσι, παρά το ότι η Γερμανία και η Βρετανία αποτελούσαν το 2016 τις δύο κύριες αγορές μας με συμμετοχή 12,7% και 11,7% αντίστοιχα στον εισερχόμενο τουρισμό (αφίξεις) στην Ελλάδα, το ποσοστό τουριστών από τις χώρες αυτές που ταξιδεύει προς τη χώρα μας είναι μόλις 9,3%, παρά την σημαντική αύξηση από το 2012. Αντίθετα, στις γειτονικές Βαλκανικές χώρες το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται από 35%(Ρουμανία) έως 90%(Κύπρος).

Από τα Βαλκάνια η μεγαλύτερη αύξηση τουριστών στην Ελλάδα

Η έρευνα συμπεραίνει πως η μείωση στα μερίδια αγοράς στον εισερχόμενο τουρισμό που παρατηρείται σε ορισμένες παραδοσιακές αγορές δεν οφείλεται σε μείωση της διείσδυσης στις αγορές αυτές, αλλά στο ότι η διείσδυση στις Βαλκανικές αγορές (κυρίως Βουλγαρία, Ρουμανία, Πολωνία) ήταν σημαντικά υψηλότερη.

Όπως έδειξαν πάντως τα στοιχεία της έρευνας, την περίοδο 2012 – 2016 η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης (12,4%) από τις χώρες-προορισμούς της νότιας Ευρώπης.

Την ίδια περίοδο, η Τουρκία είναι η μοναδική χώρα που παρουσίασε μείωση στον εισερχόμενο τουρισμό της. Η Ισπανία και η Ιταλία δέχονται περίπου 50% των αφίξεων και των εσόδων του εισερχόμενου τουρισμού στη νότια Ευρώπη. Συνολικά το μερίδιο της Ελλάδας, επί του συνόλου των αφίξεων των τουριστών στους προορισμούς της νότιας Ευρώπης από το 8,7% το 2012 έφτασε σε 10,8% το 2016.

Σε ό,τι αφορά τέλος τις επιδόσεις της σεζόν που πέρασε, σύμφωνα με την ΤτΕ, στο εννεάμηνο οι ταξιδιωτικές εισπράξεις διαμορφώθηκαν στα 14,1 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 8,4% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2017.

Η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση αυξήθηκε κατά 9,3% και διαμορφώθηκε στις 28,3 εκατ. ταξιδιώτες, έναντι 25,9 εκατ. την αντίστοιχη περίοδο του 2017. Οι διανυκτερεύσεις ταξιδιωτών στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν στις 202.974 χιλ., παρουσιάζοντας αύξηση κατά 7,8%.