Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επανεκκινεί επίσημα σήμερα τον δημόσιο διάλογο για τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, που περιορίζει τα δημόσια ελλείμματα στο 3% και το χρέος στο 60% του ΑΕΠ, καταγράφοντας τις εξελίξεις μετά την κρίση της COVID-19.

Η δημόσια συζήτηση για την αναθεώρηση του πλαισίου της οικονομικής διακυβέρνησης στην ΕΕ είχε ξεκινήσει για πρώτη φορά το Φεβρουάριο του 2020, πριν την πανδημία COVID-19. Η συζήτηση αυτή διακόπηκε προκειμένου τα κράτη-μέλη να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση των οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων της πανδημίας, η οποία οδήγησε στην αναστολή των δημοσιονομικών κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας, μέχρι το Δεκέμβριο του 2022.

Παρουσιάζοντας το σχετικό έγγραφο για την επανεκκίνηση της διαβούλευσης για τους δημοσιονομικούς κανόνες, ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής Βάλντις Ντομπρόβσκις εξέφρασε την άποψη ότι η Ευρώπη πλέει τώρα σε πιο ήρεμα νερά μετά την αναταραχή της πανδημίας και οι προσδοκίες για ανάπτυξη έχουν επιτευχθεί.

Ωστόσο, τόνισε ότι η κρίση έχει κάνει κάποιες προκλήσεις πιο ορατές, όπως τα υψηλότερα ελλείμματα και το υψηλότερο χρέος, έχει διευρύνει τις αποκλίσεις και τις ανισότητες και η ανάγκη για επενδύσεις είναι μεγαλύτερη.

«Χρειαζόμαστε κανόνες οικονομικής διακυβέρνησης που μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτές τις προκλήσεις κατά μέτωπο», είπε ο Β. Ντομπρόβσκις, επισημαίνοντας ότι χρειάζεται δημόσια συζήτηση, να ακουστούν οι απόψεις και οι ιδέες για να υπάρξει συναίνεση στις όποιες αποφάσεις.

Στο ίδιο μήκος κύματος τοποθετήθηκε και ο Επίτροπος Οικονομίας Πάολο Τζεντιλόνι. Ανέφερε ότι μετά το πρωτοφανές σοκ του περασμένου έτους, η οικονομία της Ευρώπης ανακάμπτει δυναμικά, τονίζοντας ότι «τώρα πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η μελλοντική μας ανάπτυξη θα είναι βιώσιμη». Ο ίδιος τόνισε ότι η αναθεώρηση της οικονομικής διακυβέρνησης ξεκινά με φόντο τις τεράστιες επενδυτικές ανάγκες, καθώς η κλιματική έκτακτη ανάγκη γίνεται πιο έντονη κάθε χρόνο που περνά.

Ωστόσο, ο Επίτροπος Οικονομίας ανέφερε ότι η ισχυρή δημοσιονομική υποστήριξη που παρέχεται κατά τη διάρκεια της πανδημίας έχει οδηγήσει το χρέος σε υψηλά επίπεδα και αυτό καθιστά ακόμη πιο σημαντικό να υπάρχει ένα αποτελεσματικό δημοσιονομικό πλαίσιο. «Είναι ζωτικής σημασίας για το μέλλον της Ένωσης», είπε χαρακτηριστικά.

Η δημόσια διαβούλευση απευθύνεται στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, στις εθνικές κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια, στις κεντρικές τράπεζες, στην ΕΚΤ και στον ακαδημαϊκό κόσμο και θα παραμένει ανοιχτή έως τις 31 Δεκεμβρίου. Μέχρι τότε, οι δημόσιες αρχές και όλοι οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να υποβάλουν τις προτάσεις τους.

Η Επιτροπή θα αξιολογήσει τις προτάσεις και θα εξετάσει όλες τις απόψεις που θα εκφραστούν κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης και θα παρουσιάσει τις οδηγίες και τις κατευθύνσεις της για τις αλλαγές στο πλαίσιο της δημοσιονομικής διακυβέρνησης, το πρώτο τρίμηνο του 2022. Στόχος είναι η επίτευξη ευρείας συναίνεσης, έγκαιρα, πριν από το 2023.

Αυτό που τονίζει, προς το παρόν, η Επιτροπή είναι ότι από την ίδρυσή του, το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ οδήγησε τα κράτη μέλη να επιτύχουν τους στόχους της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής τους, να συντονίσουν τις οικονομικές τους πολιτικές, να αντιμετωπίσουν τις μακροοικονομικές ανισορροπίες και να εξασφαλίσουν υγιή δημόσια οικονομικά. Ωστόσο, η Επιτροπή παραδέχεται ότι παραμένουν ορισμένα «τρωτά σημεία» τα οποία το δημοσιονομικό πλαίσιο δεν έχει αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι «το οικονομικό πλαίσιο έχει αλλάξει σημαντικά από τότε που θεσπίστηκαν για πρώτη φορά οι κανόνες».

Σύμφωνα με την Επιτροπή, η δημόσια συζήτηση σχετικά με την αναθεώρηση του πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης θα πρέπει να λάβει υπόψη και να αντιμετωπίσει τα ζητήματα που εντοπίστηκαν τον Φεβρουάριο του 2020.

Επιπλέον, θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τις νέες προκλήσεις που επισημαίνονται από την κρίση της COVID-19. Θα μπορούσε επίσης να αντλήσει χρήσιμα διδάγματα από την επιτυχή αντιμετώπιση της πολιτικής της ΕΕ στην πανδημία, ιδίως από τη διακυβέρνηση του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (RRF)

H Επιτροπή τονίζει, τέλος, ότι «μια ευρεία και χωρίς αποκλεισμούς δέσμευση με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς είναι ζωτικής σημασίας για τη δημιουργία ευρείας συναίνεσης σχετικά με την πορεία προς τα εμπρός για το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ».

Συνεπώς, η Επιτροπή καλεί τα ενδιαφερόμενα μέρη να συμμετάσχουν στη συζήτηση και να εκφράσουν τις απόψεις τους σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο έχει λειτουργήσει το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης μέχρι τώρα και για πιθανές λύσεις για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς του.