Δεν έχει αντιρρήσεις το EuroWorking Group για τις συντάξεις, το οποίο συνεδρίασε από το πρωί στις Βρυξέλλες. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες δεν υπήρξε κάποια ένσταση στη μη εφαρμογή του μέτρου για περικοπή των συντάξεων, που έθεσε το οικονομικό επιτελείο.

Το ελληνικό αίτημα για τις συντάξεις θεωρείτο σχεδόν δεδομένο ότι θα γίνει αποδεκτό, ειδικά μετά την τοποθέτηση του Γερμανού ΥΠΟΙΚ Ολαφ Σόλτς. Σύμφωνα με την “Καθημερινή”, η εισήγηση της Επιτροπής ότι η Ελλάδα θα καταφέρει να πετύχει τον δημοσιονομικό της στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ ακόμα και χωρίς την περικοπή των συντάξεων δεν βρήκε κάποια αντίρρηση από τους εκπροσώπους των κρατών μελών.

Έτσι η Ελλάδα φαίνεται να εξασφάλισε το κατ’ αρχήν πράσινο φως και αναμένεται να ενημερωθεί και το Eurogroup.

Ωστόσο, δεν έχει γίνει ακόμη γνωστό εάν πρόκειται για αναβολή της περικοπής των συντάξεων ή για οριστική ακύρωση του μέτρου, με την προϋπόθεση ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας θα συνεχίσουν να δίδουν αυτό το περιθώριο.

Οι αποφάσεις του EWG θα προωθηθούν στο Eurogroup της ερχόμενης Δευτέρας, 19 Νοεμβρίου, όπου θα κριθεί τελικά το ελληνικό αίτημα, μαζί με το κοινωνικό πακέτο, που επιδιώκει να δώσει η κυβέρνηση ως κοινωνικό μέρισμα και εφέτος.

Τα σενάρια προβλέπουν ανακατανομή των κονδυλίων όπως αυτά εγγράφονται στο προσχέδιο Προϋπολογισμού (μεταφορά ποσών ανάμεσα στις παροχές/αντίμετρα που σχεδιάζει η κυβέρνηση προς όσα έχουν αναπτυξιακό χαρακτήρα), αλλά και πιθανές περικοπές άλλων δαπανών, περιλαμβανομένου και του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Είναι προφανές, ότι από τους Θεσμούς θα απαιτηθεί δημοσιονομική ουδετερότητα των μέτρων, προκειμένου να μην διαταραχθεί η οικονομική σταθερότητα της χώρας και η μεταρρυθμιστική της πορεία.

Κύκλοι του ΥΠΟΙΚ

«Το Euro Working Group αφού εξέτασε την εισήγηση της ελληνικής πλευράς και τη θετική αποτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δεν προέβαλε ενστάσεις στο σχέδιο προϋπολογισμού του 2019», αναφέρουν κύκλοι του υπουργείου Οικονομικών.

Σημειώνεται ότι η εισήγηση της ελληνικής πλευράς για τον νέο προϋπολογισμό αφορούσε τόσο στην ακύρωση του νομοθετημένου μέτρου για τη μείωση των συντάξεων από την 1η Ιανουαρίου 2019, όσο και στην εφαρμογή ενός πακέτου θετικών μέτρων, το οποίο, σύμφωνα και με πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού, είναι ύψους 900 εκατ. ευρώ.

Χλιαρή αντίδραση του ΔΝΤ

Το τι θα γίνει με τα προνομοθετημένα μέτρα για το 2019 και το 2020 (περικοπή συντάξεων, μείωση αφορολόγητου), είναι ένα θέμα που αφορά την Ελλάδα και τους Ευρωπαίους εταίρους της, τόνισε ο εκπρόσωπος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Τζέρι Ράις κατά την τακτική ενημέρωση των δημοσιογράφων στην Ουάσιγκτον.

Ωστόσο, υπενθύμισε ότι το ΔΝΤ είναι υπέρ της εφαρμογής τους προκειμένου να ελευθερωθεί δημοσιονομικός χώρος για ευρύτερα αναπτυξιακά μέτρα.

Ο Τζέρι Ράις επανέλαβε ότι το Ταμείο δεν έχει κάποιο οικονομικό πρόγραμμα με την Ελλάδα ως εκ τούτου οι διαπραγματεύσεις αφορούν τις ελληνικές αρχές και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

«Συνεχίζουμε να προτρέπουμε την Ελλάδα να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία που έχει στη διάθεσή της, ώστε να εφαρμόσει μέτρα υπέρ της ανάπτυξης, πιο συνολικά, αλλά είναι θέμα Ελλάδας και Ευρωπαίων».

Κληθείς να διευκρινίσει τον ρόλο που κατέχει πλέον το Ταμείο και το κατά πόσο μπορεί να επιβάλει μέτρα στην Ελλάδα, ο Τζέρι Ράις δήλωσε ότι «δεν επιβάλλουμε πολιτικές στα μέλη μας.

Οι πολιτικές είναι δικές τους και εμείς προσπαθούμε να προσφέρουμε υποστήριξη.

Δεν έχουμε σε ισχύ πρόγραμμα χρηματοδότησης με την Ελλάδα. Διενεργούμε μία μεταμνημονιακή εποπτεία (post-program monitor arrangement), που περιλαμβάνει τακτικές επισκέψεις των εμπειρογνωμόνων μας.
(Στο πλαίσιο αυτό), εξετάζουμε την οικονομία σε συνεργασία με τις ελληνικές αρχές και προσφέρουμε την ανάλυσή μας. Δεν επιβάλλουμε πολιτικές στα κράτη – μέλη μας. Δεν επιβάλλουμε πολιτικές στην Ελλάδα», επανέλαβε.

«Τα προαπαιτούμενα που έχουν να κάνουν με τα προγράμματα χρηματοδότησης που χορηγούμε δεν έχουν εφαρμογή στην Ελλάδα διότι δεν έχουμε πρόγραμμα με την Ελλάδα», τόνισε.

Τέλος, ερωτηθείς για το πότε θα επιστρέψει στην Αθήνα το κλιμάκιο του ΔΝΤ, ο κ. Ράις δήλωσε ότι δεν έχει υπόψιν του την ακριβή ημερομηνία, αλλά εκτιμά πως η επόμενη επίσκεψη θα γίνει στις αρχές του επόμενου έτους.