Η έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τα ναρκωτικά στην Ελλάδα

Πρώτη καταχώρηση: Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010, 09:38
Η έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τα ναρκωτικά στην Ελλάδα
Η Ελλάδα αποτελεί μέρος της παραδοσιακής "Βαλκανικής οδού" ναρκωτικών προς τη Δυτική Ευρώπη, αλλά δεν είναι μία από τις κύριες χώρες διακίνησης παράνομων ναρκωτικών και λαθρεμπορίου προς τις ΗΠΑ, αναφέρει η φετινή έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τη Στρατηγική Ελέγχου του Διεθνούς Εμπορίου Ναρκωτικών, το ξέπλυμα χρήματος και τα οικονομικά εγκλήματα ανά τον κόσμο, που καλύπτει τις εξελίξεις κατά το 2009. Από την έκθεση, η οποία υποβάλλεται στο Κογκρέσο τα τελευταία 27 χρόνια βάσει του Νόμου Εξωτερικής Βοήθειας, δεν προκύπτουν σημαντικές αλλαγές σε σχέση με τις εκθέσεις των προηγουμένων ετών.

Η έκθεση για όλες τις χώρες είναι χωρισμένη σε δυο τόμους. Ο πρώτος αφορά στα ναρκωτικά και τους χημικούς ελέγχους, και ο δεύτερος το ξέπλυμα χρήματος και τα οικονομικά εγκλήματα. Όπως και τα προηγούμενα χρόνια, διατηρούνται οι ίδιες αναφορές στην ιδιαίτερη γεωγραφία της Ελλάδας, η οποία, όπως τονίζεται, διευκολύνει τη διακίνηση ναρκωτικών προς τη Δυτική Ευρώπη, αλλά και στη δραματική αύξηση που παρατηρείται στον αριθμό και στο μέγεθος οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στο εμπόριο ναρκωτικών στην Ελλάδα. Τονίζεται η αύξηση της καλλιέργειας μαριχουάνας σε περιοχές κυρίως της Κρήτης και της Πελοποννήσου, εκ των οποίων μόνο το 10-20% καταναλώνεται στο εσωτερικό της χώρας, ενώ ανάλογες προς τις περυσινές επισημάνσεις γίνονται επίσης στο αυξημένο επίπεδο συνεργασίας αμερικανικών και ελληνικών υπηρεσιών δίωξης ναρκωτικών, αλλά και στην έλλειψη ελληνικών βάσεων δεδομένων για τα πρόσωπα που εμπλέκονται στο λαθρεμπόριο ναρκωτικών, όπως και στην ανεπαρκή εκπαίδευση και αμοιβή των ελληνικών διωκτικών Αρχών οι οποίες συμβάλλουν στην ύπαρξη διαφθοράς.

Στο τμήμα που αναφέρεται στη διμερή συνεργασία, παρατίθεται έρευνα της αμερικανικής υπηρεσίας δίωξης ναρκωτικών (DEA), που πραγματοποιήθηκε στα ελληνικά νησιά το 2009 και η οποία επιβεβαίωσε ότι τα ναρκωτικά εισέρχονται στην Ελλάδα κυρίως μέσω των νησιών πλησίον Τουρκίας και Αλβανίας, εντοπίζοντας νεώτερα στοιχεία για αυξανόμενη τάση στη χρήση παράνομων μεταναστών γι' αυτό τον σκοπό, καθώς και ανεπάρκεια των ελληνικών διωκτικών Αρχών που λειτουργούν στα νησιά σε ό,τι αφορά τη στελέχωση, την εκπαίδευση και τα μέσα που διαθέτουν. Σε άλλο σημείο σημειώνεται ότι τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές διωκτικές Αρχές σημειώνουν αυξανόμενη επιτυχία στην αντιμετώπιση του ηγετικού κορμού μεγάλων οργανώσεων διακίνησης ναρκωτικών, και ότι η νέα κυβέρνηση αναδιοργάνωσε τις διωκτικές Αρχές με τη σύσταση Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, στο οποίο υπάχθηκαν η Αστυνομία, το Λιμενικό και όλες οι αρμόδιες μονάδες καταπολέμησης των ναρκωτικών.

Το τμήμα για την Ελλάδα, που περιλαμβάνεται στον δεύτερο τόμο περί ξεπλύματος χρήματος και οικονομικών εγκλημάτων, έχει μοιραστεί σε θεματικές υποενότητες, όπου ουσιαστικά επαναλαμβάνονται τα κύρια σημεία της περυσινής έκθεσης, όπως ότι η Ελλάδα αποτελεί περιφερειακό οικονομικό κέντρο στην αναπτυσσόμενη περιοχή των Βαλκανίων και σε συνδυασμό με τη γεωγραφική της θέση-γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής είναι ευάλωτη σε παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, παράνομη μετανάστευση και διακίνηση προσώπων, και πορνεία. Επαναλαμβάνεται ότι υπάρχει μεγάλης κλίμακας φοροδιαφυγή, παράνομος τζόγος, καθώς και σοβαρά κρούσματα απάτης.

Καταγράφονται ακόμη οι τομείς στους οποίους η Ελλάδα πληροί προϋποθέσεις που έχουν τεθεί διεθνώς, για την αντιμετώπιση του ξεπλύματος χρήματος και την πάταξη των οικονομικών εγκλημάτων (ποινικοποίηση ξεπλύματος χρήματος σε σχέση με ναρκωτικά και τρομοκρατία, ποινικοποίηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, κανόνες σχετικά με την ταυτοποίηση μετόχων και την τήρηση αρχείων συναλλαγών από τις τράπεζες, έλεγχος διασυνοριακών μεταφορών χρήματος, συνεργασία με ξένες κυβερνήσεις). Με την ίδια λογική καταγράφεται το γεγονός ότι η χώρα μας δεν έχει ακόμη επικυρώσει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών ενάντια στο Υπερεθνικό Οργανωμένο Έγκλημα. Τέλος, επαναλαμβάνονται οι συστάσεις προς την ελληνική κυβέρνηση για την ενίσχυση, επαρκή χρηματοδότηση και εκπαίδευση των ελεγκτικών μηχανισμών για τα οικονομικά εγκλήματα.

Τελευταία ενημέρωση: Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010, 10:14