Τα πρώτα θύματα της λίστας Λαγκάρντ



Γιώργος Παπακωνσταντίνου: Πλαστογράφησε

Σε τρία θανάσιμα αμαρτήματα υπέπεσε ταυτόχρονα ο πρώην υπουργός Οικονομικών. Πρόκειται για τα «τρία άλφα» ή, αλλιώς, αλαζονεία, αμετροέπεια, ανοησία. Για έναν άνθρωπο που φιλοδοξεί να διαδραματίσει πολιτικό ρόλο, πρόκειται για μέγιστο ατόπημα.

Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου υποτίμησε τη δυνατότητα της Ιστορίας για εκδίκηση. Όταν παρέλαβε τη «λίστα Λαγκάρντ» προτίμησε να διασφαλίσει το «οικογενειακό απυρόβλητο», αφαιρώντας από το αρχείο τα ονόματα των εξαδέλφων του και των συζύγων τους. «Ασφαλής» αυτός, με το αίσθημα της απόλυτης εξουσίας που διακατέχει παραδοσιακά κάθε Έλληνα μικροαστό πολιτικό, νόμιζε πως είχε τη δυνατότητα να παραβιάζει του πολιτειακούς κανόνες ατιμωρητί. Αυτός που όργωνε τα σαλόνια της διεθνούς πολιτικής σκηνής δηλώνοντας πως η Ελλάδα είναι χώρα διεφθαρμένων και κλεπτών, κραδαίνοντας τη δαμόκλειο σπάθη της τιμωρίας των φοροφυγάδων.

Αυτός, λοιπόν, πρώτος κατέδειξε -εκ του ασφαλούς, όπως νόμιζε- την απόλυτη διαφθορά της εξουσίας, την απόλυτη υποκρισία σε προσωπικό επίπεδο και, τέλος, την εκούσια συνδρομή του στη μη πάταξη της φοροδιαφυγής. Με μία ενέργειά του συμπύκνωσε εν μία νυκτί το σύνολο των ατοπημάτων στα οποία υποπίπτει διαχρονικά το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Με λίγα λόγια, ο κ. Παπακωνσταντίνου διεκδικεί με αξιώσεις να αποτελέσει τον κορμό ειδικού μαθήματος πολιτικής ψυχολογίας, πολιτικής ιστορίας και πολιτικής κοινωνιολογίας στα μεγάλα εργαστήρια πολιτικών επιστημών του πλανήτη.

Αγνοώντας τον Νικολό Μακιαβέλι -παρά το γεγονός ότι συμπεριφερόταν ως «Ηγεμών»- και διεκδικώντας μαζί με τον ομοτράπεζό του Γιάννη Ραγκούση τον περίφημο τίτλο «Ηρακλείς του Στέμματος» ως προς την προσήλωσή τους στις επιλογές του Γιώργου Παπανδρέου, ο κ. Παπακωνσταντίνου δεν φρόντισε να καλύψει τα νώτα του. Αντιθέτως, έκανε τα πάντα για να εκτεθεί, μελλοντικά έστω. Ορισμένοι θα του καταλόγιζαν εκδήλωση κρίσης πανικού. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο και για κρίση του συνδρόμου της αλαζονείας, η οποία προδιαθέτει για την καλλιέργεια της βεβαιότητας περί ατιμωρησίας.

Θα μπορούσε κάποιος έστω και την ύστατη στιγμή και παρά τη λογικοφανή αλληλουχία των γεγονότων να υιοθετήσει την άποψη του κ. Παπακωνσταντίνου ότι κάποιοι έστησαν την ιστορία με την αφαίρεση των ονομάτων από τη λίστα Λαγκάρντ, όπως ο ίδιος αφήνει να διαφανεί με την επίσημη δήλωσή του. Επειδή ο παρατηρητής οφείλει να είναι επιεικής, θα μπορούσε όντως να μην παραβλέψει το ενδεχόμενο να πρυτάνευσε αποκλειστικά και μόνον η ανοησία στη σκέψη (;) του πρώην υπουργού Οικονομικών. Διότι μόνον ως ανοησία μπορεί να χαρακτηριστεί το γεγονός ότι ποτέ δεν πρωτοκόλλησε το εισερχόμενο αρχείο της λίστας Λαγκάρντ, αλλά ούτε και υπέγραψε πρωτόκολλο παράδοσης του αρχείου στους υφισταμένους του Καπελέρη και Διώτη. Αντιθέτως, με περισσή αφέλεια επιπέδου νηπιαγωγείου, δήλωνε αργότερα στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής «λυπάμαι, αλλά δεν ξέρω πού βρίσκεται το αρχείο». Αν είναι αθώος του αίματος, λοιπόν, και του «έστησαν» την υπόθεση κάποιοι αντίπαλοί του, τότε σίγουρα δεν πληροί όλες εκείνες τις προϋποθέσεις για την άσκηση πολιτικής. Πόσω δε μάλλον σε περίοδο κρίσεων.

Ο κ. Παπακωνσταντίνου υπέπεσε κατά τους κομματικούς κύκλους του ΠΑΣΟΚ και σε ένα άλλο αμάρτημα. Αυτό της κουτοπονηριάς, όταν, πάντα κατά τη σημερινή ηγετική ομάδα της Ιπποκράτους, φέρεται να παρέδιδε και να προέτρεπε δημοσιογράφο να δημοσιοποιήσει την παραποιημένη λίστα Λαγκάρντ με τον μεγαλύτερο αριθμό καταθετών και η οποία δεν συμπεριελάμβανε τα ονόματα των συγγενών του πρώην υπουργού. Συνήθως λένε πως οι εκ Κοζάνης προερχόμενοι είναι εξαιρετικά ικανοί άνθρωποι και, κυρίως, καπάτσοι. Ο κ. Παπακωνσταντίνου διέψευσε και τη λαϊκή παράδοση. Θεωρώντας την Ιστορία ανίκανη να αντιληφθεί τη λογική των γεγονότων, προτίμησε να «ντριπλάρει» την πραγματικότητα προτείνοντας σε δημοσιογράφο μια λίστα που να τον «αθωώνει». Πάντα κατά την Ιπποκράτους, αυτό ήταν και το μοιραίο σφάλμα του, διότι ανάγκασε τον πολιτικό σύστημα, τους αντιπάλους του και κυρίως τον νέο υπουργό οικονομικών κ. Στουρνάρα να αυτοπροστατευθούν ζητώντας νέο, αυθεντικό αντίγραφο της λίστας. Προς αποκατάσταση της οικτρής πραγματικότητας, η νέα αυτή λίστα περιελάμβανε 2.062 ονόματα και όχι τα 2.059 που κατέγραφε η πρώτη λίστα μετά την παράδοσή της στα χέρια του κ. Παπακωνσταντίνου. Έλειπαν, δηλαδή, τρία ονόματα συγγενών του - το τέταρτο όνομα αποκαλύφθηκε με διασταύρωση των δεδομένων του συστήματος TAXIS.

Ευάγγελος Βενιζέλος: Την πάτησε

Αν και θεωρητικά θα έπρεπε να ακολουθεί κατά γράμμα τις επιταγές του «Ηγεμόνα», ο κ. Βενιζέλος, έμπειρος κατά τεκμήριο και αρκούντως πονηρός κατά τις δηλώσεις συνεργατών του, θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί από νωρίς την αλήθεια της λαϊκής ρήσης και να αποφύγει να αναμιχθεί με τα «πίτουρα» της παπανδρεϊκής Αυλής. Δεν το έπραξε και το πλήρωσε στο ακέραιο. Παρέλαβε εκείνο το μαρτυρικό καλοκαίρι του 2011 από τον Γ. Παπακωνσταντίνου όχι μόνον τον θώκο, αλλά και το «στικάκι» με το αρχείο της λίστας Λαγκάρντ. Ο ίδιος διατείνεται σε όλους του τόνους πως ποτέ του δεν ανέγνωσε το περιεχόμενο του αρχείου. Σφάλμα πρώτο, λοιπόν. Υποτίμησε, αν δεν εξύβρισε, την κοινή αντίληψη που διαθέτει ο κάθε πολίτης. Ο κάθε άνθρωπος, πόσω δεν μάλλον ο κάθε πολιτικός, θα έριχνε μια ματιά στη λίστα των εν δυνάμει φοροφυγάδων. Όχι από περιέργεια, αλλά από πολιτικό συμφέρον. Για να γνωρίζει, δηλαδή, τη χαρτογράφηση της ελληνικής ελίτ. Αυτό δίδαξε ο Νικολό Μακιαβέλι, τα διδάγματα του οποίου αποδεδειγμένα τα έχει αποστηθίσει ο εκ Μακεδονίας πολιτικός.

Υποτιμώντας τον κοινό νου και άρα τους Έλληνες πολίτες, ο κ. Βενιζέλος προέβη και στο «απονενοημένο» όταν αντελήφθη πως ο κλοιός γύρω από την περιβόητη λίστα άρχισε να είναι απειλητικός. Θυμήθηκε ότι στο συρτάρι του υπήρχε το «στικάκι» και το παρέδωσε στο Μαξίμου. Έκτοτε άρχισε η κατηφόρα η μεγάλη. Ο ίδιος απαξιώθηκε έτι περεταίρω, η επιρροή του ΠΑΣΟΚ συρρικνώθηκε δραματικά, η πολιτική ισχύς του κ. Βενιζέλου εξανεμίστηκε και το πολιτικό του μέλλον υπονομεύθηκε. Παραφράζοντας τον μεγάλο Ταλλεϋράνδο, θα μπορούσε κανείς να καταλήξει, εξαντλώντας την επιείκειά του, πως οι ενέργειες του κ. Βενιζέλου ήταν κάτι παραπάνω από έγκλημα. Ήταν ΛΑΘΟΣ.

Ακόμη και ο πλέον μέτριος των παρατηρητών θα ανέμενε από τον κατά τ' άλλα δεινότατο χειριστή των πολιτικών πραγμάτων να είχε τουλάχιστον διασφαλίσει τα νώτα του, επισημοποιώντας την παράδοση στον ίδιο του αρχείου Λαγκάρντ. Ο αφελής πολίτης θα ανέμενε από τον κ. Βενιζέλο να είχε δώσει εντολή διερεύνησης του αρχείου από τους υφισταμένους του. Αντιθέτως, εκ των υστέρων δήλωνε πως η χρήση του αρχείου αυτού είναι αντισυνταγματική επειδή είναι προϊόν υποκλοπής. Οι πολίτες κάγχασαν. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι έτριβαν τα χέρια τους. Πολύ σύντομα αντελήφθη και ο ίδιος πως στην καλύτερη περίπτωση έπεσε στον λάκκο που έσκαψε με την πολιτική του σκαπάνη. Στη χειρότερη, άφησε διάχυτη την εντύπωση πως συμμετείχε στην ίντριγκα συγκάλυψης της λίστας Λαγκάρντ. Και στις δύο περιπτώσεις, πολιτικά βγήκε πολυτραυματίας.

Οι εξελίξεις, θα μπορούσε να πει κανείς, δικαιώνουν τον κ. Βενιζέλο. Τουλάχιστον μετά τη στοχοποίηση και δικαίως του κ. Παπακωνσταντίνου. Λάθος μέγα. Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι ο κ. Βενιζέλος ενήργησε στην καλύτερη περίπτωση αφελώς, άρα δεν δικαιούται να συμμετέχει σε πολιτικό παίγνιο, και στη χειρότερη ότι ενήργησε με δόλο, οπότε οφείλει να δώσει σαφείς, σαφέστατες εξηγήσεις, αφού κατά τεκμήριο συμπεριλαμβάνεται στην ομάδα των πρωταγωνιστών στο σκάνδαλο Λαγκάρντ. Μέση οδός δύσκολα θα βρεθεί. Αυτήν τη μέση οδό πασχίζει να ακολουθήσει ο ίδιος συμφωνώντας με τον κ. Σαμαρά και τον κ. Κουβέλη για σύσταση προανακριτικής επιτροπής αναφορικά με την υπόθεση Παπακωνσταντίνου. Οι εξελίξεις θα καταδείξουν αν η «απόπειρα πολιτικής διαφυγής» θα είναι αποτελεσματική. Η Ιστορία και πάλι διδάσκει πως «το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον», όπου το «πεπρωμένον» το διαμορφώνει ο καθένας από μόνος του και πάντα σε σχέση με τη βουλιμική του διάθεση έναντι της εξουσίας.

Κώστας Βαξεβάνης: Βοήθησε

Ο κάθε δημοσιογράφος στον πλανήτη ονειρεύεται να κερδίσει το «Βραβείο Πούλιτζερ». Είναι θεμιτό, μάλιστα, για τον ίδιο να κυνηγά μετά μανίας το λεγόμενο «scoop», το καλό αποκλειστικό ρεπορτάζ. Μέχρις εκεί.


Μετά βαΐων και επικοινωνιακών τεχνασμάτων ως «κύμβαλον αλαλάζον», κατά την Αγία Γραφή, ανακοινώθηκε η δημοσιοποίηση της «πραγματικής λίστας Λαγκάρντ», μεσούσης της κρίσης πλήρους απαξίωσης του πολιτικού σκηνικού που πυροδοτήθηκε από την παράδοση στο Μαξίμου του ηλεκτρονικού αρχείου της περιώνυμης λίστας από τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Κάποιος την έδωσε, κάποιος τη βρήκε, κάποιος μίλησε γιʼ αυτήν αλλά ανωνύμως - ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης, πάντως, τη δημοσίευσε στο περιοδικό του «HOT DOC», με έκτακτη μάλιστα έκδοση πολλών δεκάδων χιλιάδων αντιτύπων σε γνωστό πιεστήριο της Αττικής.

Η επιχείρηση δημοσίευσης της «λίστας» ήταν μεθοδικά προετοιμασμένη. Θα έλεγε κανείς πως το επιτελείο του περιοδικού αυτού διέθεσε χρόνο για τη διεξοδική μελέτη του αρχείου. Συζήτησε, μάλιστα, με καταθέτες που τα ονόματά τους συμπεριλαμβάνονται στη «λίστα». Μίλησε και με δημοσιογράφους που τη σχολίαζαν. Επιχείρησε να μιλήσει και με πολιτικούς πρωταγωνιστές. Η δημοσίευσή της δεν ήταν προϊόν μιας καθʼ όλα εξηγήσιμης δημοσιογραφικής αγωνίας για τη μία... «Επιτυχία». Ήταν, όπως φάνηκε και από τις εξελίξεις, μια σαφής επιλογή με στόχο την πολιτική παρέμβαση στο πολιτικό σκηνικό.

Η «λίστα Βαξεβάνη» εξ αρχής αντιμετώπισε μια εξαιρετικά σαφή αντίφαση. Ο αριθμός των καταθετών στο αρχείο ήταν κατά πολύ μεγαλύτερος του γνωστού έως τότε αριθμού των 2.059 ονομάτων. Ποτέ μια λίστα δεν αυγατίζει από μόνη της. Είτε κάποιος πρόσθεσε ονόματα είτε κάποιος είχε αφαιρέσει ονόματα από την πρώτη λίστα που έφτασε στην Αθήνα. Εκ των υστέρων και κατά το πόρισμα των Πεπόνη και Μουζακίτη, προκύπτει πως συνέβησαν και τα δύο.

Η δημοσίευση της λίστας Βαξεβάνη έτυχε καθολικής αποδοχής από τον ΣΥΡΙΖΑ. Όταν επενέβη η Δικαιοσύνη και συνέλαβε τον δημοσιογράφο για το δημοσίευμα αυτό, πράξη απαράδεκτη εκ μέρους της δικαστικής εξουσίας, ο πρώην πρόεδρος του Συνασπισμού Νίκος Κωνσταντόπουλος ανέλαβε την υπεράσπισή του, ενώ η θυγατέρα του, νομικός και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, έσπευσε να τον συνδράμει. Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Ρένα Δούρου έσπευσε να φωτογραφηθεί με τον δημοσιογράφο σε στιγμές θερμής συμπαράστασης. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ υιοθέτησε ασυζητητί το περιεχόμενο της λίστας αλλά και την ενέργεια δημοσίευσής της. Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρης Στρατούλης έκανε σημαία τη λίστα Βαξεβάνη στα τηλεπαράθυρα.

Εδώ και λίγα εικοσιτετράωρα προέκυψε ότι η λίστα η Βαξεβάνη ήταν ψευδής και αρκούντως αλλοιωμένη. Ήταν καταγεγραμμένα σε αυτήν περισσότερα ονόματα, ενώ έλειπαν εκείνα των συγγενών του κ. Παπακωνσταντίνου και άρα τίθεται ζήτημα μεθόδευσης, αν όχι ίντριγκας, για τη συγκάλυψη των ευθυνών συγκεκριμένων πολιτικών παραγόντων.

Ανεπίσημα το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή η ηγετική του ομάδα, καταλογίζουν δόλο στην ενέργεια δημοσίευσης τη λίστας, επισημαίνοντας πως το αρχείο αυτό «προσφέρθηκε» από τον ίδιο τον Γ. Παπακωνσταντίνου . Ο λόγος είναι σαφής. Αυτή η λίστα Βαξεβάνη «αθωώνει» τον πρώην υπουργό Οικονομικών.

Το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει επίσης πως το δημοσίευμα έτυχε εκ των προτέρων της σύμφωνης γνώμης του ΣΥΡΙΖΑ και η δημοσιοποίησή του έγινε υπό συνθήκες πλήρους πολιτικής κάλυψης από την Κουμουνδούρου. Προφανώς ο παρατηρητής δεν υιοθετεί τίποτε, παρά μόνον κατόπιν ενδελεχούς διερεύνησης των στοιχείων. Πλην όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα στοιχεία καταδεικνύουν μια ξεκάθαρη εμπλοκή της δημοσιογραφίας με μηχανισμούς, όποιοι και να είναι αυτοί και ανεξαρτήτως της πολιτικής τους προέλευσης. Ο δημοσιογράφος οφείλει να αποκαλύψει την «ανωνυμία» της πηγής του, η οποία τον προμήθευσε με ψευδές δημοσιογραφικό προϊόν. Μέχρι νεωτέρας, ο δημοσιογράφος είναι απολύτως εκτεθειμένος, αφού τα στοιχεία καταδεικνύουν πρόθεση χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Ο νοών νοείτω.

Αλέξης Τσίπρας: Στήριξε

Το νεανικό σφρίγος και η φιλοδοξία, όταν συνδυάζονται με την απειρία, οδηγούν σε ολισθήματα και άρα σε απογοητεύσεις. Αν κανείς προσθέσει στο σκηνικό την «πολυσυλλεκτική μανία» της Κουμουνδούρου και την υιοθέτηση, καθ' υπερβολήν πάντα, από τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ ενός «ανδρεϊκού» προφίλ, τότε το ζήτημα αγγίζει τα όρια του κλαυσίγελου.

Ο Αλέξης Τσίπρας έχει κάθε δικαίωμα να αγωνίζεται και να φιλοδοξεί πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα αναλάβει την εξουσία στο άμεσο μέλλον. Θα πρόκειται για κομβική αλλαγή στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό. Θα αποτελέσει αφετηρία εξελίξεων όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά συνδυαστικά θα επηρεάσει πολιτικές εξελίξεις και στην Ευρώπη. Με λίγα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ανάγκη ούτε μεθοδεύσεων ούτε συμμετοχής σε επικοινωνιακά παίγνια αγνώστου «ταυτότητας» και υπόπτων προελεύσεων.

Η δημοσίευση της λίστας Λαγκάρντ με το αλλοιωμένο περιεχόμενο υιοθετήθηκε εξ αρχής και με φανατισμό από τον Αλέξη Τσίπρα. Αγνόησε έναν κλασικό κανόνα που διέπει την άσκηση της πολιτικής. Πρόκειται για τη λεγόμενη αίσθηση του μέτρου. Στην πολιτική τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται και τίποτε από όσα φαίνονται δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο Κάρολος Μαρξ εξηγούσε μετ' επιτάσεως πως η πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο από την έκφραση της Ψευδούς Συνείδησης. Οι μεταμαρξιστές στοχαστές ανάλωσαν χρόνο και φαιά ουσία για να το εξηγήσουν και μέχρι να φτάσουν στη θεωρία του Θεάματος. Ο Αλέξης Τσίπρας ως αριστερός θα έπρεπε τουλάχιστον να έχει πληροφορηθεί -είτε από διαβάσματα είτε από κουβέντες με τους σοφούς που βρίσκονται στο περιβάλλον του- πως μια κοινωνική δυναμική όπως αυτή που χαρακτηρίζει την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ανάγκη από δημοσιογραφικά παιγνίδια και θεατρινισμούς για να κυριαρχήσει και να επιβληθεί. Θέλει πρωτίστως ηγέτη που να αποδεικνύει πως «η πραγματικότητα της δυναμικής μπορεί και να είναι αληθινή». Μια τέτοια πρακτική προϋποθέτει πάνω απʼ όλα μια συνεχή έντιμη αντιμετώπιση των εξελίξεων.

Ο Αλέξης Τσίπρας και το επιτελείο του έκαναν πολλαπλά λάθη στο ζήτημα της λίστας Λαγκάρντ. Θεώρησαν ότι θα έπρεπε και εκεί να πρωταγωνιστήσουν, την ώρα που το σκηνικό ήταν απολύτως θολό. Υιοθέτησαν μια ψευδή λίστα για να διαψευστούν σε λίγες εβδομάδες, χάνοντας αξιοπιστία αλλά και καταδεικνύοντας έλλειμμα σοβαρότητας. Τώρα που οι εξελίξεις τρέχουν, την πρωτοβουλία κινήσεων την ανέκτησε το κυβερνητικό τρίδυμο, προαναγγέλλοντας Προανακριτική για την υπόθεση Παπακωνσταντίνου και αφήνοντας την Κουμουνδούρου να μηρυκάζει τα τετριμμένα. Ακόμη και ο Ευάγγελος Βενιζέλος βρήκε την ευκαιρία να αντεπιτεθεί κατηγορώντας τον ΣΥΡΙΖΑ για «μεθοδεύσεις» - και όχι χωρίς λόγο. Τι και αν ο κ. Βενιζέλος φέρει ακέραια την ευθύνη για τους δικούς του, αχαρακτήριστους πολιτικά χειρισμούς στην υπόθεση αυτή. Η Κουμουνδούρου και η τακτική της άφησαν περιθώρια ελιγμών στην παραπαίουσα Ιπποκράτους.

Ο Αλέξης Τσίπρας βιάστηκε στην υπόθεση Λαγκάρντ, βιάζεται για την ανάληψη της εξουσίας, βιάζεται να υιοθετήσει μοντέλα πολιτικής, βιάζεται να υιοθετήσει «αποκαλύψεις» δημοσιογραφικές. Κάποιος πρέπει να του ψιθυρίσει στο αυτί πως η Ιστορία είναι ένα περίεργο, θηλυκού γένους ον, που διατηρεί με πάθος το δικαίωμα της τελικής κρίσης.

Τελευταία ενημέρωση: Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012, 12:46