Οι έντονες αυξήσεις του σακχάρου στο αίμα που παρατηρούνται μετά τα γεύματα φαίνεται να συνδέονται με σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Diabetes, Obesity and Metabolism.
Η επιστημονική κοινότητα γνωρίζει εδώ και χρόνια ότι η υπεργλυκαιμία, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 και η αντίσταση στην ινσουλίνη σχετίζονται με επιδείνωση της εγκεφαλικής υγείας. Ωστόσο, οι ακριβείς βιολογικοί μηχανισμοί που συνδέουν τη δυσλειτουργία του μεταβολισμού της γλυκόζης με την άνοια παρέμεναν ασαφείς.
Για τις ανάγκες της έρευνας, οι επιστήμονες αξιοποίησαν δεδομένα από τη βρετανική βάση UK Biobank, αναλύοντας γενετικές πληροφορίες περισσότερων από 350.000 ατόμων ηλικίας 40 έως 69 ετών. Η ανάλυση επικεντρώθηκε σε βασικούς μεταβολικούς δείκτες, όπως τα επίπεδα γλυκόζης νηστείας, η ινσουλίνη και το σάκχαρο στο αίμα δύο ώρες μετά το γεύμα.
Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της Μεντελιανής τυχαιοποίησης, οι ερευνητές διερεύνησαν κατά πόσο αυτοί οι δείκτες έχουν αιτιώδη σχέση με την ανάπτυξη άνοιας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η μεταγευματική υπεργλυκαιμία συνδέεται με 69% αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο αυξημένος κίνδυνος δεν συνοδευόταν από εμφανείς μεταβολές στο συνολικό μέγεθος του εγκεφάλου ή από εκτεταμένες βλάβες στη λευκή ουσία, γεγονός που υποδηλώνει ότι εμπλέκονται πιο λεπτοί και πρώιμοι παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι απαιτούνται περαιτέρω μελέτες σε ευρύτερους πληθυσμούς και διαφορετικές ηλικιακές ομάδες για την επιβεβαίωση των ευρημάτων. Παρ’ όλα αυτά, ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, δρ. Άντριου Μέισον, τονίζει ότι «το εύρημα αυτό μπορεί να συμβάλει στη χάραξη μελλοντικών στρατηγικών πρόληψης, αναδεικνύοντας τη σημασία του ελέγχου του σακχάρου στο αίμα όχι μόνο συνολικά, αλλά ειδικά μετά τα γεύματα».
