Πήραν την εξουσία, αλλά έχασαν για πάντα την όποια ταυτότητα!

Θοδωρής Γιάνναρος
Πήραν την εξουσία, αλλά έχασαν για πάντα την όποια ταυτότητα!
Ο Θεός έπλασε τους ανθρώπους, ο Αλέξης τούς ισοπέδωσε και κολχοζοποίησε την πολιτεία τους.

«Ξέρεις, είναι ωραία η βία;… κρύβει και έναν υπόγειο ερωτισμό, θα ‘λεγαν τα παιδιά. Πάντως το ότι στους πολιτικούς με τις κοτσίδες και τα γυλιά στην πλάτη αρέσει η βία, όπως και ο θεατρινισμός γύρω από αυτήν, κανείς δεν θα μπορούσε να το αμφισβητήσει. Όλοι θέλουν να γίνουν επαναστάτες, με έντονο και βίαιο τρόπο, να βγουν έξω να φωνάξουν, να καταριούνται το σύστημα, τα λαμόγια, τους φασίστες – όποιον βρουν μπροστά τους.

Το βλέπεις με τους αγρότες στα τρακτέρ, υπάρχει μια παραφορά, ένα ξέσπασμα μιας ανελέητης λεκτικής και σωματικής βίας εναντίον τους, ενώ κάποτε οι ίδιοι που τώρα τους λοιδορούν ήταν σκαρφαλωμένοι πάνω στα ίδια τρακτέρ. Και φυσικά μην ξεχνάμε τους φίλους μας τους ανάρχες – όλοι μέσα σ’ αυτό το τουρλουμπούκι που έχει χαρακτηριστικά μιας παιδικότητας που μάλλον ταιριάζει στην κουλτούρα μας. Ώρες-ώρες μάλιστα αναρωτιέμαι: “Μα πού στο διάολο είναι αυτός ο σοφός λαός που αποφασίζει; Πού κρύβεται; Γιατί δεν αντιδρά;”.

Ως Έλληνες προτιμάμε να πιστεύουμε και να διαισθανόμαστε παρά να σκεφτόμαστε και να γνωρίζουμε -κι αυτά είναι κατεξοχήν χαρακτηριστικά της εφηβείας του διονυσιακού, οργιαστικού, εκρηκτικού και αυθόρμητου μείγματος… πέρα από τη σκέψη- όπως ένα λουλούδι που ήταν ένα τίποτα και ξαφνικά ανθίζει, που έχει μια παράδοξη αγριότητα αν καλοσκεφτεί κανείς, αυτό το ξαφνικό άνθισμα.

Ο απλός παρατηρητής, θα ήθελα να ακολουθήσω τις αλλαγές που πραγματοποιούνται ούτως ή άλλως στην Ελλάδα του σήμερα, ενώ, λίγα χρόνια πριν ήταν σαφές, πως δεχόμαστε τους γραφικούς ως αισθησιακούς και περιθωριακούς τουρίστες, τους οποίους παρατηρούσαμε εκ του ασφαλούς, μιας και δεν ήταν ακόμα ενσωματωμένοι στην κοινωνία, στην οποία μας είχαν μάθει να ζούμε. Προτιμούσαμε να αγναντεύουμε από μακριά το περιθώριο και να βουτάμε το δάχτυλο στην πισίνα της αμαρτίας, μέχρι όμως ενός σημείου. Ωστόσο, τα παιδιά του “τότε” περιθωρίου έτρεφαν κάποιες ελπίδες που τώρα έχουν πια ξεφτίσει.

Σε αντίθεση με το τότε, οι έφηβοι στο “σήμερα” δεν έχουν ούτε χαρά, ούτε όνειρα, έστω και ουτοπικά, όπως καθημερινά βιώνουμε. Η ιστορία είναι πέρα για πέρα σκοτεινή, αφού ξεκινάει με τη σύλληψή κάποιων νεαρών από την Αστυνομία, ενώ στην άκρη, το κράτος εμφανιζόταν πάντα, μόνο στο τέλος. Τώρα όμως η προοπτική έχει χαθεί από το πρώτο κιόλας πλάνο που φωτογραφίζουν τα μάτια μας – η Ελλάδα του 1190 και του 2000 δεν έχει πλέον, καμία σχέση με την Ελλάδα του 2017, το κατώφλι του οποίου μόλις διαβήκαμε...

Στην Ομόνοια ένας πατέρας ενός εφήβου μιλάει στο τηλέφωνο με κάποιον πρώην σύντροφο ζητώντας του χρήματα και βρίζοντας τις τράπεζες και το κεφάλαιο… Μετακινούμε μακριά του, μην και νομίσει πως τον παρακολουθώ! Παρακολουθούμε όλη την πορεία των πρώην αριστερών, που τώρα δείχνουν να έχουν άλλη σχέση με το χρήμα. Πρόκειται για την εξέλιξη ενός ταξιδιού στον χωροχρόνο, με κάποιους να αντιστέκονται και άλλους γοητευμένοι από το Σύνδρομο της Στοκχόλμης να γίνονται ψυχολογικά όμηροί του και να πραγματοποιούν τελικά το ταξίδι. Σήμερα, τα παιδιά φαίνεται να το έχουν ήδη κάνει και ότι πάνε να μαζέψουν τα τελευταία κομμάτια. Εύλογα αναρωτιέται κανείς σε ποιον βαθμό θεωρούμε πως υπάρχει ακόμα τρόπος αντίστασης και αν γοητεύεται από τους ανθρώπους των κινημάτων ή του δρόμου…

Αν υποθέσουμε ότι πρόκειται για έναν ειρωνικό διάλογο, ένα δούναι και λαβείν, από το χτύπημα του νεαρού από τον μπάτσο έως τα συνθήματα κατά των μπάτσων στους τοίχους, όλα είναι ταυτόχρονα ειρωνικά και ανατριχιαστικά… οπότε, για ποια αντίσταση μιλάμε; Σε ποια ακριβώς βάση στήθηκε μια αληθινή μορφή αντίστασης τα τελευταία χρόνια; Ή μήπως ήταν ένα ψέμα για το οποίο προφανώς θα αποφανθούν οι ιστορικοί του μέλλοντος, αν και έχω μια αίσθηση ότι πρόκειται για τη διαιώνιση μιάς ίδιας πολιτικάντικα παραπλανητικής στάσης. Επίσης, ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω την ανοχή απέναντι στην όποια κατάληψη και καταστροφή δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας, από όποιον κι αν προέρχεται, σε αυτή τη χώρα.

Τα πάντα γίνονται χωρίς όρια και χωρίς κανόνες. Ολόκληρη η Ελλάδα φαίνεται να μην έχει βάλει όρια – από τον παραβάτη που πάει αντίθετα στον ρεύμα μέχρι τον άγνωστο που θα καταλάβει τον όποιον χώρο σου για να μείνει, σαν ο ιδιοκτήτης του να μην υπάρχει. Το “χωρίς διακριτά όρια” αρχίζει από τα μικρά και ασήμαντα… αλλά επεκτείνεται σχεδόν παντού.

Οι μόνοι κανόνες που δείχνουν να επιβάλλονται ακόμα, είναι στον στενό οικογενειακό κλοιό… όμως εδώ πρόκειται για “φατρία”.

Είναι κάτι προμοντερνιστικό, μιας άλλης εποχής, που έχουμε πια ξεχάσει. Από την άλλη, μιλώντας για την οικογένεια, δεν είναι τυχαίο ότι όλο το σύγχρονο παράδοξο ελληνικό σινεμά, για το οποίο μιλάνε στο εξωτερικό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ανάποδο σχόλιο για την ελληνική οικογένεια. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω, πως μάλλον, δεν θα μπορούσε να είναι και αλλιώς αφού η οικογένεια είναι ο πιο σημαντικός και εγκαθιδρυμένος θεσμός που υπάρχει στην Ελλάδα.

Παρότι δεν μου αρέσει το παράδοξο σινεμά και οι ταινίες του, νοιώθω όμορφα που παίρνει σβάρνα όλες τις κυρίαρχες αφηγήσεις. Χαρακτηριστική είναι, για παράδειγμα, η μεγάλη κουβέντα περί της, αυτοαποκαλούμενης Αριστεράς, η οποία πρέπει να νιώθει ιδιαίτερα άβολα σήμερα, που αφού έκλεψε με ψέματα την εξουσία έχασε την ηγεμονία… και την ταυτότητά της.

Είναι τραγική στιγμή για τον πολιτικό αυτό χώρο να βλέπει τα τελευταία πέπλα να πέφτουν και να στηρίζεται σε λάθος ανθρώπους για να τον εκπροσωπήσουν, έστω και συμβολικά. Είναι θλιβερή η κατάσταση στην Ελλάδα, αφού όλοι έχουμε κάνει τεράστια λάθη -και οι πατρίκιοι και οι πληβείοι- και όλοι έχουμε βάλει το πετραδάκι μας χτίζοντας ένα σύστημα που κατέρρευσε υπό το βάρος των ψεμάτων. Φαίνεται πάντως να μας αρέσει το ψέμα και τα όνειρα που εμπεριέχονται σ’ αυτό. Με άλλα λόγια, το λατρεύουμε…

Δεν μπορούμε το απόλυτα στεγνό, ορθολογικό γεγονός και τη λογική διαπίστωση. Οι ψευδαισθήσεις όμως φαίνεται ότι δεν τέλειωσαν μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη.
Το φαντασιακό της Ευρώπης τελείωσε με μία έκρηξη και έναν λυγμό. Πώς ακριβώς, λοιπόν, θα επαναπροσδιορίσουμε την ταυτότητα μας;

Ουσιαστικά αυτή τη στιγμή μεγάλο ποσοστό των Ευρωπαίων πολιτών είναι μετανάστες δεύτερης, τρίτης, ακόμα και τέταρτης γενιάς, Γάλλοι, Βρετανοί, Βέλγοι, Γερμανοί, κλπ… που διαμόρφωσαν μια πολυπολιτισμική κοινωνία… φαινομενική όμως. Μάλλον πρόκειται για μια παράδοξη μορφή ρατσισμού, που λέει, “εντάξει ρε φίλε… κάνε ότι θες, αλλά μόνο σπίτι σου. Εμείς δεν θέλουμε να σε βλέπουμε…”, κρύβοντας έτσι, την υποσυνείδητη απέχθεια για τον άλλο που βρίσκεται ακριβώς δίπλα σου και που τον κουβάλησαν εκείνοι που εσύ ψήφισες…

Δεν είναι η ταινία που είδα, αλλά η πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούμε… κάθε μέρα, και κάθε επόμενη να γίνεται πιο εφιαλτική… με μια συμμορία από νέους, να ληστεύουν κάπως άσκοπα και μυθιστορηματικά, καταστήματα και σπίτια, σε τοπία από τη βασανισμένη Αθήνα και τα μικροαστικά προάστια της, αίμα που κοχλάζει, και μια ζωή στα όρια της.

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017, 17:12