Σημειώσεις για το καλοκαίρι

Πρώτη καταχώρηση: Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011, 14:09
Γιάννης Περίδας
Σημειώσεις για το καλοκαίρι
Έλειψα καιρό. Σ’ όποια κατάσταση κι αν βρισκόμουνα επέβαλλα απαραιτήτως στον εαυτό μου αυτή την ανάπαυλα. Ανάλογα με τις περιστάσεις έκανε η ψυχή μου ωτοστόπ. Άλλοτε τριγυρνούσα δώθε-κείθε στην Αθήνα – έτσι που η λέξη «άδεια» καταντούσε ακριβής και πολυσήμαντη. Χάρη στην άδεια που δίνουμε στον εαυτό μας μπορούμε να στρέφουμε προς τα πίσω…

Όλο τον υπόλοιπο χρόνο ζούμε. Τις μέρες της «άδειας» μπορούμε ωστόσο να βλέπουμε τον εαυτό μας να ζει. Είναι ο καιρός της αποτοξίνωσης, της επανόρθωσης. Τα καλοκαίρια όλα ωριμάζουν, ακόμα και οι σκέψεις. Με αυτό τον τρόπο έχω κρατήσει κι εγώ ολόκληρη σειρά από καλοκαιριάτικες σκέψεις. Να, όπως το Αρχαίο δράμα. Σκέφτομαι, όμως, συχνά πως αυτή η τραγική αναζήτηση είναι προτιμότερη από κάποιες ετοιματζίδικες λύσεις που προτείνουν μερικοί. Απέναντι στους τραγικά αυτοδίδακτους ορθώνονται σαν κοράκια οι «δανειοσυντήρητοι» ούτε μια σκέψη δική τους, ούτε μια πόζα.

Για κάμποσο καιρό να πλασάρουν για δικά τους και να περιφέρουν στην αγορά καμαρώνοντας. Τα μεταχειρίζονται με θράσος, και πολλές φορές φτάνουν να τρομοκρατούν τους αφελείς ή τους συμπλεγματικούς… ¨όχι βέβαια για πολύ… Και οι αφελείς ξύπνησαν… Οι μασκαράδες ξεσκεπάστηκαν, έμειναν χωρίς γλώσσα. Άλαλοι. Γιατί δικό τους δεν είναι παρά η απορία του ψάλτου:

ΒΗΞ, οι αυτόφωτοι έπαθαν έκλειψη, οι ετερόφωτοι έπαθαν γλωσσοδέτη. Έπονται κι οι άλλοι. Έχουν όλοι τις παιδαγωγικές και μεθοδολογικές ανεπάρκειες για το «κλασσικό…» Για ότι πέραν του internet . Κι όμως μετά την Άνοιξη εμφανίζεται έγχρωμο, με κεφαλαία γράμματα στα φύλλα των ημερολογίων και το διαφημίζουν ποικίλοις χρώμασοιν οι μήνες του: Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος, ήτοι: καλοκαίρι σου λέει ο άλλος (…Βέβαια θα είναι καλοκαίρι. Ήδη διήλθομεν Ιούνιον, Ιούλιον και είμεθα εντός κυνικών καυμάτων..) Το κούφιο καλοκαίρι λοιπόν και η τελείως αμβλυμμένη αίσθηση του ζην: να βομβίζουν οι στιγμές που κάποτε ζήσαμε, ώσπου να φτάσουν ως το κόκκαλο τα εγκαύματα, για να είναι δυνατόν να πείθεται οπωσούν ότι ακόμα υφίστατο σ’ αυτό εδώ το χώρο όπου έρχονταν και θάρχονταν (βεβαίως και θαρχότανε – τι λόγος!) το καλοκαίρι κάθε χρόνο μια φορά. Κι έτσι, λείποντας καιρό παρατηρώ για μιαν ακόμη φορά την έλλειψη.

Έλλειψη της εκπαιδευτικής τηλεόρασης, ποιες ιδέες θέλει τάχα να προβάλει. Διαφορετικά, όπως έχουνε τα πράγματα, με αοριστίες και γενικότητες, υπάρχει κίνδυνος κάποιοι άνθρωποι να δουλέψουν, να αφιερώσουν χρόνο και να απορριφτούν, όχι γιατί κάνουν κακή δουλειά, αλλά γιατί ο τρόπος και η θέση τους δεν θα θεωρηθεί τελικά επαρκής για το συγκεκριμένο θέμα. Πάλι θα πληρωθούν λεφτά για δουλειά που δεν θα μας ικανοποιεί εκ των υστέρων; Τα καλοκαίρια – όπως προείπα ωριμάζουν, ακόμα και οι σκέψεις. Καλές ή κακές, πικρές ή γλυκές, είναι έτοιμες να τις δρέψεις.

Διαβάζοντας Οδυσσέα Ελύτη είναι σαν να κοιτάς αιγαιοπελαγίτικο τοίχο το καταμεσήμερο. Θαμπώνεσαι. Κατεβάζεις τα μάτια. Ενώ ο λόγος είναι απλός, στρωτός, χωρίς ποιητικές αναστροφές, ξαφνικά όλο και μετά στοιχειώνεται σε ποίηση. Προχωράς... Βαδίζεις. Βήμα, βήμα η αίσθηση σκέψης. Όλα συγκεκριμένα, παρόντα και απτά. Το πεζό του Ελύτη είναι η ζωή κι η ζωή δεν έχει θέσεις. Το κείμενο ανασαίνει. Μετά η ζωή, η καθημερινότητα είναι ίδια. Ούτε ο Παπαδιαμάντης. Ούτε ο Θεόφιλος, ούτε ο Κάλβος. Ποιο όμοιο στον εαυτό τους. «Τέτοιοι που, σε αυτούς, τους αλλάζει η αιωνιότητα...».

Ο Ελύτης, ο υπερβατικός του εδώ και του τώρα. Ο μεταφυσικός του αισθητού. Ο αθώος, που γράφει άδολα για το σκοτάδι. «Το αγγελικό, μαύρο φως» όπως το είπε ο Σεφέρης, που μαχότανε τον ίδιο πόλεμο με άλλα όπλα...

Το αγγελικό ! Ο Ελύτης. Στον Ελύτη λυτρώνεσαι. Όχι «δια ελαίου και φόβου» αλλά με την μαγεία της γλώσσας. Καμιά φορά ο έρωτας (ή ίσως, πάντα...) διαπλέκεται, αυτονόητα, γιατί αυτός είναι προπαντός που υπογραμμίζει με την αντιφατικότητα, της ίδιας του ουσίας, τον απώτατο παραλογισμό της ζωής: ενώ αυτή είναι ένα τέτοιο κράμα ματαιοτήτων, ο έρωτας, με την υπερένταση και την υπέρταση του πάθους, είτε ως αδηφάγου σαρκολατρικού ενστίκτου, είτε με τον συγκερασμό αυτών των δύπ ακροτήτων, κατατείνει την διαιώνιση της ζωής...

Ο Ελύτης δεν φοβήθηκε ποτέ τις ιδέες, ούτε στο πεζό, ούτε την ποίηση. Η τρομακτική νοητική δύναμη του Ελύτη φαίνεται ακόμα από τον λεκτικό του ορίζοντα. Κανένας έλληνας ποιητής δεν έχει τέτοιο πλούτο («Άξιον Εστί») χρησιμοποιώντας την αρνητική λογική του υπερρεαλισμού, για να καθαρίσει την μορφή της ποίησης, που όπως έλεγε ο Σεφέρης «κόντευε να φαγωθεί από τα μαλάματα» προχώρησε κι έκτισε τον κόσμο του. Τα υλικά του : πέτρες, αγκάθια ελληνικά, νερό και άνεμος πελαγίσιος.

Σε έναν λαό, που ο δεσμός του αίματος λογαριάζει τον Οιδίποδα που έγινε αθέλητα ο εραστής της μάνας του, τον Ορέστη που σκοτώνει, την μάνα του για να εκδικηθεί τον φόνο του πατέρα του, της Φαίδρας που ερωτεύεται τον προγονό της, της Μήδειας που σκοτώνει τα παιδιά της από έρωτα, με τον Θεό του Κάλβου, εγκεφαλικός θυμίζοντας τον Ιαχωβά της Π. Διαθήκης, τον Παλαμά που αντιμετώπιζε την Θρησκεία μονάχα σαν στοιχείο του ελληνικού μεγαλείου υμνώντας τον. Ναζωραίο, τον Δία και τον αγνωστικισμό της παρόμοιας περίπτωσης του Σικελιανού που ζητούσε να συγχωνευθούν ο νεκρός Ορφισμός κι ο διασπασμένος Χριστιανισμός (...πολλούς αιώνες πριν και μετά) οι αρχαίοι σκεπτικοί, αντιδρώντας στον ακαδημαϊκό δογματισμό, αφού με την παγερή λογική τους, σκότωσαν την νόηση.

Έτσι κι ο Ελύτης. Θα μπορούσε να πει (... κριτήριον τοίνυν φαμέν είναι της σκεπτικής αγωγής το φαινόμενον....»)Σολωμός, Ελύτης στον αντίποδα κι οι δύο επιχείρησαν να δώσουν συνθετικά, αλληγορικά την μοίρα της φυλής («Άξιον Εστί» - «Ελεύθεροι πολιορκημένοι») κι οι δύο πολέμησαν την μεταφυσική του φωτός, της αυτογνωσίας («Φωτόδεντρο» - «Πορφύρας») και το κυριότερο και οι δύο δεν είχαν άλλο στο νου τους, «πάρεξ ελευθερία και γλώσσα».

Η λογική του Ελύτη μας ελευθερώνει από την θαμπάδα του μη αυθεντικού καθημερινού, λέγοντας «από τι είναι στο τι μπορεί να είναι, περνώντας την γέφυρα που σε πάει από την Κόλαση στον Παράδεισο», δίνοντας διάσταση του απόλυτου όντος του πραγματικού.

Με το Δέος και την Μανία του λόγου.

Κάθε χρόνο μου αρέσει να χαράζω στο χαρτί (… κι ας έλειψα) έτσι, για να νιώθω την ψυχή μου πιο καθαρή κι ελεύθερη – για ένα νέο ξεκίνημα.

Τελευταία ενημέρωση: Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011, 14:15