Το παραμύθι για την ελληνική γεωργία έχει «δράκο»

Πρώτη καταχώρηση: Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009, 19:54
Σπύρος Καχριμάνης, πρόεδρος ελληνικού Κέντρου Αγροτικής Επιχειρηματικότητας
Το παραμύθι για την ελληνική γεωργία έχει «δράκο»

Έχω αντιπαρατεθεί επανειλημμένως σε ιδιωτικές και δημόσιες συζητήσεις, για μια σειρά από μύθους που έχουν πλαστεί τα τελευταία 15 χρόνια για την ελληνική οικονομία σε σχέση με την παγκοσμιοποίηση.

Η άποψή μου είναι πως μία οικονομία πρέπει να στηρίζεται πρωτίστως στον πρωτογενή τομέα και να επιδιώκει τη μέγιστη δυνατή αυτάρκεια που μπορεί να εξασφαλίσει ένα κράτος για την κάλυψη των πρώτων και κύριων αναγκών των πολιτών του.

Η απέναντι πλευρά υποστηρίζει πως η παραδοσιακή έννοια της γεωργίας έχει τελειώσει για την Ελλάδα από τη στιγμή που υπάρχουν χώρες με φτηνά εργατικά χέρια. Υποστηρίζει επίσης ότι η Ελλάδα πρέπει να έχει ως κύριο στόχο την τουριστική βιομηχανία. Τεκμηριώνοντας την άποψή μου, υποστήριζα και υποστηρίζω πως, αν μια κοινωνία – οικονομία, δεν μπορεί να καλύψει πρώτες ανάγκες όπως η τροφή, θα καταρρεύσει, διότι ο ανταγωνισμός θα εκμεταλλευτεί αυτήν της την αδυναμία. Χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα, είναι η τακτική των στρατηλατών – κατακτητών ανά τους αιώνες, οι οποίοι για να καταλάβουν ένα κράτος, έκαιγαν τα χωράφια και μετά απλώς… περίμεναν τους πεινασμένους να δηλώσουν υποτέλεια.

Όταν έλεγα ότι δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε παραδοσιακές καλλιέργειες όπως τα σιτηρά, στο βωμό των βιοκαυσίμων, η απέναντι πλευρά περιγελούσε και μου έδειχνε τους σιτοβολώνες της Ρωσίας. Παρεμπιπτόντως, η Ρωσία πρόσφατα ανακοίνωσε την απαγόρευση των εξαγωγών σίτου, λόγω μη κάλυψης των εθνικών της αναγκών.
Όταν έλεγα ότι το κράτος και ιδιαίτερα το ελληνικό πρέπει να είναι αυτάρκες σε βασικά διατροφικά αγαθά, όπως τα δημητριακά, τα οπωρολαχανικά και τα ζωοκομικά προϊόντα, η απέναντι πλευρά μιλούσε για «ποιοτικά προϊόντα» που θα πωλούνται σε «μπουτίκ» με το γραμμάριο.
Και δε θα είχα καμιά αντίρρηση σε αυτό, αν μπορούσαμε να το πετύχουμε. Όμως, όταν τα βασικά αγαθά είναι εισαγόμενα, τι νόημα έχουν τα «ντελικατέσεν», όταν ούτε να τα παράγουμε μπορούμε, ούτε οι πεινασμένοι του κόσμου ενδιαφέρονται να τα αγοράσουν;

Το παραμύθι της παγκοσμιοποίησης δεν έλαβε ποτέ υπόψη ότι τίποτα δεν είναι για πάντα. Έτσι λοιπόν στηρίχθηκε στην υπερεκμετάλλευση των φυσικών και ανθρώπινων πόρων των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών (στις ανεπτυγμένες ούτως ή άλλως είχε διαλύσει προ πολλού το περιβάλλον) για να παράγει έναν πρόσκαιρο πλούτο. Έναν πλούτο που η ελληνική απέναντι πλευρά φαντάστηκε ότι μπορούσε να αποκτήσει, πουλώντας μόνο τουρισμό. Έλα όμως που ο τουρίστας θέλει καύσιμα για να έρθει στην Ελλάδα. Έλα όμως που ο τουρίστας θέλει χωριάτικη σαλάτα και ψωμί για να κάνει διακοπές. Έλα όμως που τα καύσιμα δεν είναι αστείρευτα και οι ντομάτες θέλουν λίπασμα και νερό.

Και επίσης θέλουν και αγρότες. Και αυτό το παραμύθι ότι τις βαριές δουλειές θα τις κάνουν πάντα αλλοδαποί. Πού το βρήκαν και αυτό. Τώρα φοβούνται μεγάλη κάμψη του τουρισμού λόγω ακρίβειας, καυσίμων, φτηνού και ποιοτικού ανταγωνισμού από (πρώην) υπανάπτυκτες χώρες (βλέπε Τουρκία) και τεράστια αύξηση των τιμών στα βασικά διατροφικά αγαθά αλλά και ελλείψεις.

Και εδώ είναι ο δράκος. Οι ελλείψεις που θα παρατηρηθούν (παρατηρούνται ήδη) σε προϊόντα που η απέναντι πλευρά τα θεωρεί ευτελή. Θα κυνηγάμε το μαρούλι και την ντομάτα και θα μαλώνουμε για το ψωμί. Και από την άλλη, τα κινητά τηλέφωνα 100ης γενιάς θα είναι τζάμπα, αλλά… άνοστα για κολατσιό.

Το θεμέλιο της ιστορικής εξέλιξης του ανθρώπου ήταν πάντα η «γνώση». Η ιστορική γνώση την οποία κάθε γενιά πρέπει να επεξεργάζεται με βάση τα τρέχοντα δεδομένα, να παράγει νέα γνώση για να διατηρείται η κοινωνία «ευφυής».

Αποκοπήκαμε από την ιστορική γνώση. Εξοβελίσαμε τα μέσα και τις διαδικασίες να είμαστε ευφυείς κοινωνίες και θα φάμε άγονο, ξερό χώμα. Ο δράκος είναι πειναλέος και ανελέητος σε αυτό το παραμύθι και ο από μηχανής θεός της Ελλάδας για να εμφανιστεί, πρέπει να του το επιτρέψουμε. Όμως εμείς παρακολουθούμε απαθείς την πορεία προς την καταστροφή, νομίζοντας ότι βλέπουμε ταινία από άλλη εποχή. Δεν έχουμε αντιληφθεί ακόμη πως τα εκατομμύρια κομπάρσων που θα θυσιαστούν σε αυτό το έργο, είμαστε ΕΜΕΙΣ και τα ΠΑΙΔΙΑ μας.

Μέχρι πρότινος έριχνα τις ευθύνες στους πολιτικούς. Όμως, πόσο μπορείς να επιτρέπεις στον οδηγό του λεωφορείου που μεταφέρει την οικογένειά σου σε ολισθηρό οδόστρωμα, να χαζεύει και να κάνει τη μια στραβοτιμονιά μετά την άλλη; Δεν πρέπει να του φωνάξεις για να ξυπνήσει; Δεν πρέπει να σταματήσεις το λεωφορείο και να κατέβεις; Δεν πρέπει να βρεις άλλο οδηγό;

Από’ δώ και πέρα φταίμε εμείς και η αμέτρητη χαύνωση που μας διακατέχει. Δικαιολογίες, «δεν ξέραμε – δεν είδαμε», δεν υπάρχουν.

Καλά ξεμπερδέματα.

Τελευταία ενημέρωση: Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009, 19:54