Ρεπορτάζ: Αντώνης Ζήβας

Σε μια χώρα όπου η ασφάλεια θεωρείται «κόστος» και όχι δικαίωμα, και όπου το κέρδος μπαίνει συστηματικά πάνω από την ανθρώπινη ζωή, η τραγωδία στη Βιολάντα δεν μοιάζει με «ατύχημα» αλλά με ένα ακόμη κεφάλαιο ενός γνωστού και επαναλαμβανόμενου εγκλήματος. Πέντε εργάτριες έχασαν τη ζωή τους μέσα στις φλόγες στα Τρίκαλα και πίσω τους άφησαν οικογένειες, παιδιά και κοινότητες που πνίγονται στην οδύνη και στον θυμό,  όχι μόνο για τον χαμό, αλλά και για το γιατί συνέβη.

Στα χωριά της Θεσσαλίας, η σιωπή των κηδειών έσπαγε μόνο από κλάματα και από λόγια που κατηγορούσαν ευθέως εκείνο που πολλοί φοβούνται να πουν: ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν πέθαναν από «κακή στιγμή», αλλά από ένα σύστημα που ανέχεται την επικινδυνότητα όταν αυτή αυξάνει την κερδοφορία.

Την Πέμπτη κηδεύτηκαν η 65χρονη Αγάπη Μπουνόβα στο Μεγαλοχώρι Τρικάλων και η Σταυρούλα Μπουκοβάλα στο Προάστιο Καρδίτσας, ενώ στο Γρίζανο Τρικάλων συγγενείς και φίλοι είπαν το τελευταίο αντίο στην 56χρονη Αναστασία Νάσιου.

 

Ο πιο σπαρακτικός αποχαιρετισμός ακούστηκε στην κηδεία της Αγάπης Μπουνόβα. Ο γιος της, Δημήτρης Κατιδιώτης, δεν μίλησε με διπλωματικούς όρους αλλά με την ωμή αλήθεια ενός ανθρώπου που ξέρει ότι η μητέρα του δεν έπρεπε να πεθάνει:

«Δεν ήταν ατύχημα. Ήταν αποτέλεσμα αμέλειας, αδιαφορίας και πράξεων που δεν έγιναν όπως έπρεπε» είπε, προσθέτοντας ότι «ο πόνος μας γίνεται ακόμη βαρύτερος επειδή δεν έχουμε ούτε το σώμα της να αποχαιρετήσουμε», «Η φωτιά μας στέρησε ακόμη και αυτό το τελευταίο ανθρώπινο αντίο».

Στον ίδιο αποχαιρετισμό ακούστηκαν λόγια που δεν ήταν μόνο για μια μητέρα, αλλά για μια ολόκληρη γενιά εργαζόμενων γυναικών που έμαθαν να αντέχουν τα πάντα:

«Η Αγάπη Μπουνόβα δεν έφυγε απλώς, της στέρησαν τη ζωή. Τη δική της, των τεσσάρων συναδέλφων της. Όμως, όσο άδικος και αν ήταν ο τρόπος που έφυγε, η Αγάπη δεν έσβησε, δεν μπορεί να σβήσει ότι ζει μέσα μας.
Σήμερα, δεν βρισκόμαστε εδώ μόνο για να πενθήσουμε, βρισκόμαστε για να την ευχαριστήσουμε. Να την ευχαριστήσουμε για όσα μας έδωσε, για την αγάπη που μας δίδαξε χωρίς λόγια, για το παράδειγμα μιας γυναίκας που στάθηκε όρθια, αγάπησε βαθιά, ήταν παρούσα.
Ήταν παρούσα στις ζωές των παιδιών της, στον άνθρωπο που στάθηκε δίπλα της και στο εγγόνι της που θα μεγαλώσει με το όνομά της σαν ευλογία και με την ιστορία της γιαγιάς της σαν δύναμη».

Και ο αποχαιρετισμός έκλεισε με λόγια που θα έπρεπε να στοιχειώνουν όσους θεωρούν τη ζωή «αναλώσιμη»:

«Μαμά, σου πήραν άδικα τη ζωή, αλλά δεν θα αφήσουμε να πάρουν τη μνήμη σου… Δεν θα σε ξεχάσουμε… Καλό σου ταξίδι, μαμά. Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή σου.
Η φωτιά δεν μπόρεσε να κάψει αυτό που ήσουν, γιατί η αγάπη η δική σου δεν καίγεται. Η αγάπη η δική σου μένει για πάντα ζωντανή».

Στο Προάστιο Καρδίτσας, ο Άγγελος, γιος της Σταυρούλας Μπουκοβάλα, μίλησε στο Mega μετά την κηδεία της μητέρας του, λέγοντας αυτό που κάθε παιδί θα έπρεπε να θεωρεί αυτονόητο:

«Δεν ήταν στη μοίρα της να φύγει τόσο νέα».

Και συνέχισε:

«Δεν ήταν στη μοίρα της να φύγει τόσο νέα, με τόσο άδικο και βίαιο τρόπο. Η μοίρα της ήταν να φύγει στα βαθιά γεράματα. Κάποιοι άλλοι παρενέβησαν σε αυτή τη μοίρα και στέρησαν αυτό που αξίζαμε. Η μητέρα μου ήταν τα πάντα για εμένα, ήταν το στήριγμά μου… Μου στέρησαν αυτό το κομμάτι του εαυτού μου».

 

Ο ίδιος δεν μάσησε τα λόγια του για το εργασιακό περιβάλλον όπου δούλευε η μητέρα του, περιγράφοντάς το ως «τριτοκοσμικό κρατήρα»:

«Η μητέρα μου έκανε τα πάντα για εμάς. Πήγαινε σε αυτό το μέρος, που αποδείχθηκε ότι ήταν τριτοκοσμικός κρατήρας, και ξεψύχησε με άδικο και βίαιο τρόπο».

Και εξήγησε τι σήμαινε καθημερινότητα σε αυτό το εργοστάσιο:

«Δεν ήταν ευχαριστημένη με τη δουλειά της και τους υπευθύνους… Εκεί πέρα επικρατούσε ένα μπάχαλο. Κούραση πολύ, πρόνοια καμία για τους εργαζόμενους. Η μητέρα μου πήγαινε εκεί για να ζήσουμε. Έλεγα να παραιτηθεί και μου έλεγε “εσείς τι θα κάνετε;”».

Η οργή του δεν είναι στιγμιαία – είναι υπόσχεση:

«Δεν περίμενα ότι θα καίγεται για ώρες στους 1.000 βαθμούς… Δεν θα σταματήσει κανείς μέχρι να πάνε φυλακή όσοι φταίνε».

Και κατέληξε:

«Αυτοί οι άνθρωποι οι σοβαροφανείς, τα πρότυπα, αποδείχθηκαν εν τέλει τριτοκοσμικά. Δεν θα σταματήσει κανείς μέχρι να πάνε φυλακή όσοι φταίνε».

Η τραγωδία στη Βιολάντα δεν είναι μια «κακή στιγμή». Είναι το προβλέψιμο αποτέλεσμα ενός οικονομικού μοντέλου που μετρά την ανθρώπινη ζωή σε ευρώ, που βλέπει την ασφάλεια ως βάρος και όχι ως υποχρέωση.

Σε μια Ελλάδα όπου οι εργαζόμενοι συχνά δουλεύουν εξαντλημένοι, απροστάτευτοι και φοβισμένοι μη χάσουν το μεροκάματο, τέτοιες τραγωδίες δεν είναι η εξαίρεση,  είναι το τίμημα του μίας κατάστασης που βάζει τα κέρδη πάνω από τον άνθρωπο όταν λειτουργεί χωρίς φρένα, χωρίς ελέγχους και εν τέλει χωρίς σεβασμό στον εργαζόμενο.

Οι πέντε εργάτριες δεν «χάθηκαν».

Κάηκαν μέσα από ένα σύστημα που γνώριζε τους κινδύνους και δεν έκανε τίποτε για να τους εξαλείψει. Και όσο αυτό το σύστημα παραμένει άθικτο, το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει το επόμενο εργοστάσιο  αλλά πότε.