Στην επόμενη εαρινή Σύνοδο Κορυφής, στις 25 Μαρτίου, ή ακόμη και στη μεθεπόμενη παραπέμπεται η απόφαση της ευρωζώνης για το αποκαλούμενο «ελληνικό ζήτημα», δηλαδή την οικονομική ενίσχυση της Αθήνας για να αντιμετωπίσει τα δημοσιονομικά της προβλήματα.

Η σύνοδος των υπουργών Οικονομίας της ευρωζώνης, μετά από ώρες συζητήσεων και ανταλλαγής απόψεων, και αφού προηγουμένως είχαν εκφραστεί διαφορετικές πολιτικές θέσεις -από το απαγορευτικό της βοήθειας έως το «έχουμε έτοιμο το σχέδιο βοήθειας» που εκστόμισε προ της έναρξης ο Όλι Ρέν- δεν κατέληξε σε συγκεκριμένες αποφάσεις.

Γεγονός αναμενόμενο, καθώς η Ευρώπη είναι και πάλι μοιρασμένη στα δύο.
 
Μετά από αυτή την εξέλιξη, ο πρόεδρος του Eurogroup, Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, απλώς ανακοίνωσε ότι το μείζον ζήτημα μεταφέρεται στην αρμοδιότητα των αρχηγών-κρατών και κυβερνήσεων της ΕΕ.

Σε γενικές γραμμές, πάντως, ο πρόεδρος του Eurogroup εμφανίστηκε αισιόδοξος, λέγοντας ότι μετά τα σημαντικά μέτρα που έχει λάβει η ελληνική κυβέρνηση οι αγορές θα ηρεμήσουν και τα επιτόκια δανεισμού της Ελλάδας σταδιακώς θα αποκλιμακωθούν.
 
Αν, ωστόσο, αυτό δεν συμβεί, συνέχισε, τότε η δέσμευση που ανέλαβαν οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της ΕΕ στις 11 Φεβρουαρίου, για αρωγή προς την Ελλάδα σε περίπτωση ανάγκης, θα υλοποιηθεί.

Ο Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ τόνισε ότι η υλοποίηση αυτής της βοήθειας θα έχει τον χαρακτήρα διμερών δανείων χωρών-μελών του ευρώ προς την Ελλάδα μέσω διαδικασιών, τις οποίες θα συντονίσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο επίτροπος Όλι Ρεν, ο οποίος, αφού υπογράμμισε και αυτός με τη σειρά του το πόσο σημαντικά και γενναία είναι τα μέτρα που έχει λάβει η ελληνική κυβέρνηση, τόνισε ότι εκτός από το ζήτημα της δημοσιονομικής σταθεροποίησης η ελληνική οικονομία έχει και σοβαρό πρόβλημα διεθνούς ανταγωνιστικότητας, το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπισθεί, όπως άλλωστε θα πρέπει να αντιμετωπισθεί και σε μια σειρά άλλες χώρες-μέλη της ΕΕ.