Εδώ και μερικά εικοσιτετράωρα έχουν κορυφωθεί οι συζητήσεις και τα παζάρια κάτω από το τραπέζι για την εξαγορά της πολυφέρνου νύφης με την εντυπωσιακή προίκα των 11 δισεκατομμυρίων σε καταθέσεις.
Οι πρόσφατες «διευθετήσεις» στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο αναβάθμισαν την ανταγωνιστικότητά του. Μειώθηκαν τα λειτουργικά έξοδά του κατά 50% έπειτα από μία συμφωνία με τους εργαζομένους για μείωση αποδοχών κατά 30% αλλά και την εθελουσία έξοδο 600 υπαλλήλων. Παράλληλα έκλεισαν 20 καταστήματα.
Το ζήτημα είναι πως η απόκτηση του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου δεν είναι μία απλή υπόθεση. Στις διαδικασίες αναμειγνύεται κατ’ αρχάς η τρόικα, η οποία έχει λόγο για οτιδήποτε συμβαίνει στον τραπεζικό τομέα μετά και την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης.
Ο νικητής σε αυτήν τη διαδικασία θα αποκτήσει ένα αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημα ως προς τη ρευστότητα που θα διαθέτει. Αυτό είναι, άλλωστε, και το απόλυτο ζητούμενο αυτήν την περίοδο. Εκτός των 11 δις που διαθέτει το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο έχει πρόσβαση και σε άλλα 4,2δις μέσω τίτλων από το EFSF, ενώ τα στεγαστικά δάνεια που έχει χορηγήσει έχουν καλή κάλυψη. Με λίγα λόγια, πρόκειται για μία υγιή πλέον τράπεζα, η οποία θα «ξελάσπωνε» κάποιων εκ των ταλαιπωρημένων μνηστήρων της.
Αν λοιπόν για την Εθνική και την Alpha Bank είναι ζήτημα τραπεζικού prestige που θα προσέφερε σοβαρό προβάδισμα στην εσωτερική τραπεζική αγορά, για την Eurobank πρόκειται για μία προοπτική που θα της διασφάλιζε χωρίς άλλο τη διατήρησή της σε ιδιωτικά χέρια. Σε αντίθετη περίπτωση, τα πράγματα θα ήταν πολύ δύσκολα.
Οι τελικές προσφορές θα κατατεθούν την επόμενη Τρίτη. Τα τελευταία εικοσιτετράωρα οι συναντήσεις τραπεζικών στελεχών και ανωτέρων υπαλλήλων του ΤΤ ήταν πυκνές, προκειμένου η κάθε πλευρά να πληροφορηθεί λεπτομερώς τα οικονομικά μεγέθη στη βάση των οποίων θα στοιχειοθετηθούν οι φάκελοι των προσφορών.
Θα επακολουθήσει, ωστόσο, το δραματικό φινάλε αυτής της ιστορίας, που καταλήγει στην έξοδο από τον κλάδο τουλάχιστον 12.500 εργαζομένων. Πρόκειται για το τίμημα που θα πληρώσουν για ακόμη μία φορά οι τραπεζικοί υπάλληλοι, προκειμένου – θεωρητικά τουλάχιστον – να σταθεί στα πόδια του το σύστημα.
Όσον αφορά στην παροχή ρευστότητας στην αγορά και την πραγματική οικονομία, τα πράγματα εξακολουθούν να παραμένουν ομιχλώδη, έστω και εάν τα 50 δις που έλαβε το τραπεζικό σύστημα για την ανακεφαλαιοποίησή του επιβαρύνουν συνολικά τους Έλληνες πολίτες και όχι μεμονωμένα τους τραπεζίτες.