Η λιποπρωτεΐνη (α) αποτελεί έναν «αόρατο», αλλά ιδιαίτερα ισχυρό, παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου. Η γνώση του γενετικού μας φορτίου δεν συνιστά καταδίκη, αλλά πολύτιμη ευκαιρία για στοχευμένη πρόληψη και έγκαιρη παρέμβαση.
Η λιποπρωτεΐνη (α) [Lp(a)] είναι ένα σωματίδιο που κυκλοφορεί στο αίμα και μοιάζει δομικά με τη «κακή» χοληστερόλη (LDL). Η κρίσιμη διαφορά είναι ότι φέρει επιπλέον την απολιποπρωτεΐνη (α), η οποία της προσδίδει αυξημένη αθηρογόνο και θρομβογόνο δράση, καθιστώντας την πιο επιβλαβή για τα αγγεία.
Αν και θεωρείται ότι μπορεί να συμμετέχει σε μηχανισμούς επούλωσης τραυμάτων και άμυνας του οργανισμού, όταν τα επίπεδά της είναι αυξημένα, οι αρνητικές επιδράσεις υπερτερούν σαφώς των πιθανών ωφελειών.
Η ιδιαιτερότητα της λιποπρωτεΐνης (α) έγκειται στο ότι καθορίζεται σχεδόν αποκλειστικά από γενετικούς παράγοντες. Δεν επηρεάζεται ουσιαστικά από τη διατροφή, τη σωματική άσκηση ή τον τρόπο ζωής. Τα επίπεδά της διαμορφώνονται από την παιδική ηλικία και, συνήθως έως τα 5 έτη, σταθεροποιούνται στις τιμές που θα διατηρηθούν σε όλη τη ζωή. Άνδρες και γυναίκες επηρεάζονται εξίσου, αν και στις γυναίκες μπορεί να παρατηρηθεί ήπια αύξηση μετά την εμμηνόπαυση.
Η αυξημένη Lp(a) δεν αποτελεί νόσο από μόνη της, αλλά ισχυρό και ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, περιφερική αρτηριακή νόσο, στένωση της αορτικής βαλβίδας και καρδιακή ανεπάρκεια. Το ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα έως την εκδήλωση ενός σοβαρού καρδιαγγειακού επεισοδίου. Υπολογίζεται ότι περίπου 1 στους 5 ανθρώπους παγκοσμίως έχει αυξημένη Lp(a), ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 2 εκατομμύρια άτομα στην Ελλάδα.
Η λιποπρωτεΐνη (α) δεν περιλαμβάνεται στις συνήθεις εξετάσεις λιπιδαιμικού ελέγχου, γεγονός που εξηγεί γιατί παραμένει συχνά άγνωστη. Περιλαμβάνεται, ωστόσο, στο εθνικό πρόγραμμα «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ», το οποίο προσφέρει δωρεάν προληπτικό έλεγχο.
Η μέτρησή της γίνεται με απλή αιμοληψία, χωρίς ανάγκη νηστείας. Αν και δεν υπάρχει ακόμη εγκεκριμένη ειδική θεραπεία για τη δραστική μείωσή της, η έγκαιρη διάγνωση επιτρέπει τον αυστηρό έλεγχο όλων των υπόλοιπων παραγόντων κινδύνου, μειώνοντας ουσιαστικά την πιθανότητα σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων.
