Ο ΕΛΛΗΝΑΣ και ο Ελληναράς

Πρώτη καταχώρηση: Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2020, 20:41
Ελευθέριος Ανευλαβής
Ο ΕΛΛΗΝΑΣ και ο Ελληναράς

Ελευθέριος Ανευλαβής

Είναι απολλώνιες και διονυσιακός συνάμα, ο Έλληνας Λόγος. Φωτεινός  και μυστικός. Λόγος συμπαντικός.

Διονυσιακός και απολλώνιος ο Έλληνας, λάτρης της ζωής, που τη βιώνει και με τις δύο μορφές των θεών του, και του Διόνυσου του μυστικού και του Απόλλωνα του φωτεινού.

Έχει βυθομετρήσει ο Έλληνας Λόγος το βάθος της ουσίας των πραγμάτων. Και βρέθηκε αντιμέτωπος με το ακατανόητο και το μάταιο, αφού στο τέλος  καραδοκεί ο άφευκτος θάνατος.

Ο γέρο-Σειληνός ξέρει το μεγάλο μυστικό, που ο Μίδας τον αναγκάζει να αποκαλύψει, ρωτώντας τον ποιο είναι για τον άνθρωπο το πιο ποθητό και πολύτιμο πράγμα. Ακούστε το:

«εφήμερε άνθρωπε, σπορά της τύχης και του πόνου, γιατί με πιέζεις να σου πω, αυτά που θα ήταν προτιμότερο να μη γνωρίζεις;  Δεν είναι δυνατόν οι άνθρωποι εντελώς να γνωρίσουν ποιο είναι πάνω απ’ όλα άριστο. Το άριστο για όλους και όλες είναι το να μην είχαν ποτέ γεννηθεί. Και το δεύτερο μετά απ’ αυτό, είναι, αφού γεννήθηκαν, να πεθάνουν όσο γίνεται πιο γρήγορα.(δαίμονος ἐπιπόνου καὶ τύχης χαλεπῆς ἐφήμερον σπέρμα, τί με βιάζεσθε λέγειν ἃ ὑμῖν ἄρειον μὴ γνῶναι; ἀνθρώποις δὲ πάμπαν οὐκ ἔστι γενέσθαι τὸ πάντων ἄριστον· ἄριστον γὰρ πᾶσι καὶ πάσαις τὸ μὴ γενέσθαι· τὸ μέντοι μετὰ τοῦτο, δεύτερον δέ, τὸ γενομένους ἀποθανεῖν ὡς τάχιστα», γράφει ο Πλούταρχος παραμυθητικά.

Των ανθρώπων  η γενιά είναι σαν τη γενιά των φύλλων, που άλλα τα σκορπάει χάμω ὁ άνεμος, κι άλλα φουντώνουν την άνοιξη στα πράσινα τα δέντρα. Έτσι είναι και των ανθρώπων η γενιά. Η μια φυτρώνει κι η άλλη αφανίζεται, όπως λέει ο Όμηρος στην Ιλιάδα «οἴῃ περ φύλλων γενεή, τοίη δε καὶ ἀνδρῶν· φύλλα τὰ μὲν τ᾿ ἄνεμος χαμάδις χέει, ἄλλα δὲ θ᾿ ὕλη τηλεθόωσα φύει, ἔαρος δ᾿ ἐπιγίνεται ὥρη· ὣς ἀνδρῶν γενεὴ ἡ μὲν φύει, ἡ δ᾿ ἀπολήγει». 

Αυτήν την αλήθεια,  για των ανθρώπων τη γενιά, που είναι σαν τα φύλλα που σκορπάει ο άνεμος, την αντίκρισαν κατάματα εκείνοι οι Έλληνες και μπόρεσαν να ζήσουν με αυτήν την αλήθεια, με την τέχνη της Τραγωδίας.

Με την Τραγωδία, ο Έλληνας Λόγος υπερβαίνει την οδύνη της ύπαρξης, και σώζεται με την «μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας», που με ηδυσμένο λόγο, με το έλεος και τον φόβο, φέρνει την κάθαρση των οικτρών και φοβερών παθημάτων της ζωής, όπως γράφει ο Αριστοτέλης: «Ἔστιν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, … δι' ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν»

Με  την τραγωδία, Ο Έλληνας Λόγος και ο Έλληνας άνθρωπος,  αγγίζει την αιωνιότητα, μέσα από το φθαρτό σαρκίο. Το σαρκίο, που πάντα θα λατρεύει τη ζωή.

Ακούστε τον θεόμορφο Αχιλλέα, που κάτω στον Άδη φωνάζει: 

«Κάλιο στη γης να βρίσκομουν, κι’ ας δούλευα σ’ άνθρωπο χωρίς κλήρο, που δεν έχει βιος πολύ, πάρα να βασιλεύω στον Άδη, ανάμεσα στους πεθαμένους.: βουλοίμην κ’ επάρουρος εών θητευέμεν άλλω, ανδρί παρ’ ακλήρω, ω μη βιοτός πολύς είη,ή πάσιν νεκύεσσι καταφθιμένοισιν ανάσσειν»

Η ζωή, παραμένει για τον Έλληνα, ατράνταχτη, μπροστά στην αστάθεια της τύχης, με την αρμονία και τη γαλήνη της μουσικής λύρας του Απόλλωνα. Παραμένει, συνάμα, χαρούμενη, με τον Διονυσιακό διθύραμβο, που με το συμπαντικό συναίσθημα τον ξαναενώνει με τη φύση. 

Στον λόγο του Ηρακλείτου, «Εκ πάντων εν και εξ ενός τα πάντα» ενώνεται η μοναδικότητα, το ατομικό, το φως του Απόλλωνα, με το μαζικό, το διθυραμβικό του αιώνιου έφηβου Διόνυσου.  Δυαδική ενικότητα, αναβιώνει και εξορκίζει το κάτω κόσμο του θανάτου και του χάους, μέσα στο απολλώνιο φως της αρμονίας. «Εκ των διαφερόντων καλλίστη αρμονίαν» (Ηράκλειτος.

Μέσα από το ψυχόρμητο πάθος του Διονυσιασμού, που μιλάει με χρησμούς και κραυγές έκστασης τη σκοτεινή αλήθεια της οδύνης, ελευθερώνεται ο Έλληνας άνθρωπος και γεννιέται, μεταμορφωμένος από το απολλώνιο φως, ο καινούργιος κόσμος της διαύγειας και της αρμονίας στη σύνθεση των αντιθέτων. Του ζωώδους σκοτεινού Διόνυσου και του πνευματικού φωτεινού Απόλλωνα.

Το αίνιγμα της ζωής λύνεται αργά και βασανιστικά, στη σύνθεση της αρμονίας, που φέρνει η γνώση και ο Λόγος. «Από τα δάκρυα του Διόνυσου γεννήθηκαν οι άνθρωποι, από το χαμόγελό του οι θεοί», διαπιστώνει ο Νίτσε).  Και ο Παλαμάς ποιητικά σεκοντάρει:

«Η γη μας γη των άφθαρτων

αερικών και ειδώλων,

πασίχαρος και υπέρτερος

θεός μας είν' ο Απόλλων.

Στα εντάφια λευκά σάβανα

γυρτός ο Εσταυρωμένος

είν' ολόμορφος Άδωνις

 ροδοπεριχυμένος.

 Η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας

αθέλητα κρυμμένη·

ο Μέγας Παν δεν πέθανε,

όχι· ο Παν δεν πεθαίνει!».

Το σιδηρούν γένος

Και τώρα; Σήμερα;

«Χάμω κείτεται ο περίτεχνος αυλός, ο Φοίβος δεν έχει πια καλύβα, ούτε δάφνη μαντική, ούτε πηγή λαλούσα. Στέρεψε και το νερό που μιλούσε:

Χαμαί πέσε δαίδαλος αὐλά. Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβαν, ου μάντιδα δάφνην, ου παγὰν λαλέουσαν. ἀπέσβετο καὶ λάλον ὕδωρ»

Και χαμωσούρνεσαι, άνθρωπε, παγκοσμιόπληκτος, και κυλιέσαι στη λάσπη της κούφιας πολυπολιτισμικότητας.

Γιατί τώρα, κυριαρχεί το σιδηρούν γένος του Ηρόδοτου.

Ο παγκοσμιοποιημένος άνθρωπος, ο ευρωλιγούρης νέο-ελληναράς, ο «πολυπολιτισμικός» (χωριάτικη σαλάτα), ο προοδευτικός (την τύφλα του), που θεωρεί τα φύκια της δύουσας Δύσης (Ευρώπη) για μεταξωτές κορδέλες, και νιαουρίζει, καμαρώνοντας σαν παγώνι, (το όμορφο παγώνι έχει φωνή σα νιαούρισμα γάτας), τα μισοξενικά γκρήκλις (greeklish), γρυλίσματα.

«Σπασμένες λέξεις από ξένες γλώσσες» (Σεφέρης).

Ο παλαμακιστής (βαράει παλαμάκια) και παλαμακιζόμενος, (του βαράνε παλαμάκια), νεοελληναράς,  επιδίδεται εις την σώφρονα πεοχειράντλησιν, «επί του καναπέος», χάσκοντας, μπροστά στη γυάλινη τηλεπαραμύθα.

Μην παίρνετε ναρκωτικά με την τηλεόραση μαστουρώνεις καλλίτερα

 «Ω Ελλάδα πρώτη χώρα

 τι γαϊδάρους θρέφεις τώρα»,

κατά πως διαπιστώνει ο αφορισμένος Ροΐδης.

Ακρασία

Η ακρασία, είναι ελληνική λέξη. Και περιγράφει την κατάσταση του υποβαθμισμένου ανθρώπου, που ενώ γνωρίζει το σωστό δεν  το πράττει.

Αυτή η ακρασία, ταλανίζει τους πολλούς, ανθρώπους και πολιτικατζήδες πολιτικούς,  και θα τους ταλανίζει,  μέχρι που το ανθρώπινο γένος πάψει να είναι σπορά της τύχης και αναγεννηθεί από τον σπόρο του Λόγου, νέο και άξιο του ονόματός του. Μέχρι να  εξανθρωπισθεί με την παιδεία του Λόγου εκείνων.

Η πολιτική της παιδείας σήμερα, μπλεγμένη στα γρανάζια της εκτεχνικευμένης παιδείας, και υπακούουσα άκριτα στα κελεύσματα της νεοφιλελεύθερης αγοράς, αρνείται πεισματικά να προωθήσει ένα πρόγραμμα, Ανθρωπιστικής Παιδείας, που δημιουργεί προσωπικό και δημόσιο ήθος.

Αρνείται την Ανθρωπιστική Παιδεία, που εξευγενίζει τα πάθη και οδηγεί σε ολοκλήρωση της ανθρώπινης προσωπικότητας.

Κι’ αυτό, δεν συμφέρει τους λίγους με την πολύ δύναμη, που επιδιώκουν, να είναι οι πολλοί αδύναμοι και απαίδευτοι, και οι περισσότεροι νέοι φρικιά του ιντερνέτ (διαδίκτυο) και τεχνικοί είλωτες, για να τους χειρίζονται κατά καλά και συμφέροντα αυτών.

Εδώ βρισκόμαστε. Αυτή είναι η κατάσταση. Και όποιος δεν την βλέπει,

εθελοτυφλεί

ή είναι πονηρός άρχων,

ή τεμπέλης άνευρος αρχόμενος κηφήνας,

ή χαλασμένο κυβερνοφρικιό (cyberfreak),

χαμένο μέσα στο κυβερνοδιάστημα (cyberspace), πιασμένο σαν έντομο στα δίχτυα του παγκόσμιου ιστού (WWW: World Wide Web) και του διαδικτύου (internet).

2020. Στην αρχή της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα. το χάσμα μεταξύ ανάμεσα  στην ωφελιμιστική, χρησιμοθηρική  ιδεολογία των πραγματιστών και τις κλασικές πανανθρώπινες αξίες, μοιάζει αγεφύρωτο.

Οι ανθρωπιστικές αξίες, οι αντάξιες της έννοιας άνθρωπος, είναι εξοβελισμένες από  τη σημερινή εκπαίδευση των νέων.

Το φάσμα της νέας Ύβρεως, της αλαζονείας της ημιμάθειας, προβάλλει απειλητικό. 

Η μεταμοντέρνα διανόηση, προπαγανδίζει την προσαρμογή του σύγχρονου ανθρώπου στα συνεχώς μεταβαλλόμενα ρεύματα των κοινωνικών καθεστώτων, και μέσα από την προπαγάνδα των πολλαπλών ερμηνειών της ανθρώπινης φύσης, κάνουν τον άνθρωπο να ξεχνά τη μία και μοναδική, λογική, και για αυτό αναγκαστική, αλήθεια:

Πως, κυρίως, ο άνθρωπος είναι ζώον πολιτικό, λόγο έχον, του οποίου η επίγεια ζωή, (μα υπάρχει άλλη;),  δικαιώνεται, μόνο μέσα στην πολιτεία του Λόγου, της Δικαιοσύνης και της Αρετής, που διδάσκει η αρχαία ελληνική (φίλο)σοφία. 

Οι απαντήσεις. στα θεμελιώδη προβλήματα, μπορεί να ποικίλουν, όμως η εντελέχεια, ο τελικός σκοπός του ανθρώπου, που πρέπει να πραγματοποιηθεί, παραμένει διαχρονικά αμετάβλητος και βασισμένος στην «αίρεση του ενάρετου πολιτικού βίου».

Η λογική μέθοδος, για την αναζήτηση και επίτευξη της «αίρεσης του ενάρετου βίου», σκόπιμα και δολίως, απουσιάζει από τα προγράμματα εκπαίδευσης του νεοφιλελεύθερου σύγχρονου κράτους, το οποίο αρνείται να γίνει Πολιτεία δικαίων και ενάρετων, με λόγο γνώσης, Πολιτών και Πολιτικών.

Παρά τις διακηρύξεις των πολιτικών, η πολιτική που ασκούν  στοχεύει στη διατήρηση της αλαζονικής εξουσίας των, πάνω στην απαίδευτη μάζα, τον μαζοχυλό, που έχουν καταντήσει τον λαό.

Στο όνομα της ρεαλιστικής πολιτικής, εξοβελίζεται η ανθρωπιστική παιδεία και η με αυτήν συνυφασμένη κριτική σκέψη, που δίνει την δυνατότητα ελέγχουν του περιεχομένου και της ουσίας της ρεαλιστικής αποκαλούμενης πολιτικής.

Έτσι, νομιμοποιείται η κατάχρηση της εξουσίας και θυσιάζονται δημοκρατικές αρχές και άνθρωποι, στη μοντέρνα Μαζοδημοκρατία.,

Παράλληλα, η νεοφιλελεύθερη πολιτική του χρησιμοθηρικού πραγματισμού, κακοποιεί τη γλώσσα, την οποία αναπροσαρμόζει στα μέτρα της και τους πολιτικούς στόχους της εξαπάτησης των πολιτών, καλουπώνοντας τις λέξεις σε επιθυμητές νέες έννοιες, που επιβάλλει η σκοπιμότητα και το συμφέρον των κρατούντων και η επικοινωνιακή πολιτική. 

Και έτσι, η έννοια του ανθρώπου, στρυμωγμένη στα παγκοσμιοποιημένα απάνθρωπα καλούπια, μεταμορφώνεται

από: Ανθρωπος, ζώον πολιτικόν και έμφρον με πολιτική αρετή,

σε: ον άπτερον, δίπουν τεχνοκρατούμενο, με σταρχιδικό ωφελιμισμό.

Οι συνεχείς και παταγώδεις αποτυχίες της ρεαλιστικής πολιτικής, θα μπορούσαν να πείσουν, όσους υπεύθυνους εξουσιαστές εξακολουθούν να σκέπτονται, πως εκείνοι οι Έλληνες και η Παιδεία τους, το παράδειγμα της Δικαιοσύνης και της Αρετής του πολιτικού βίου, είναι οι πολυτιμότεροι σύμμαχοι για την αντιμετώπιση των προβλημάτων και των καταστροφών, που επέφερε η ρεαλιστική πολιτική και η άκριτη πολυπολιτισμικότητα.

Είναι γεγονός, πως το νέο, στις μέρες μας , προσπαθεί να επικρατήσει, όχι προσφέροντας ένα καλύτερο παράδειγμα (με την επιστημονική έννοια του όρου, κατά τον Kuhn), αλλά προσπαθώντας να σκοτώσει το παλιό.

Η ύβρις, η αλαζονεία επικρατούν, και συμπαρασύρουν στο χαμό δικαίους και αδίκους.

«Πώς πάνε οι στραβοί στον Άδη; Βλέποντας ο ένας τον άλλον», έλεγε η Μάρω η μάνα μου.

Τελευταία ενημέρωση: Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2020, 20:46