Σε μια περίοδο κατάρρευσης του παγκόσμιου εμπορικού συστήματος, ολοένα και περισσότερα όργανα και σχήματα επίλυσης διαφορών αναδύονται ως βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις έναντι των παραδοσιακών θεσμών του παρελθόντος. Ωστόσο, ακόμη και στο νέο, υπό διαμόρφωση εμπορικό τοπίο, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διατηρούν συγκριτικό πλεονέκτημα.

Τα πρώτα στάδια της προεδρίας Τραμπ έφεραν τον κόσμο στα πρόθυρα ενός εμπορικού πολέμου μεγάλης κλίμακας. Από τον Φεβρουάριο του 2025, επιβλήθηκαν πρόσθετοι δασμοί σχεδόν σε όλες τις εισαγωγές προς τις ΗΠΑ: ένας βασικός συντελεστής 10% σε 185 χώρες, με επιπλέον επιβαρύνσεις για όσες διατηρούσαν θετικό εμπορικό ισοζύγιο έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα μέτρα αυτά θεσπίστηκαν βάσει του Νόμου περί Διεθνών Έκτακτων Οικονομικών Εξουσιών (IEEPA). Παρά ταύτα, για κάθε εμπορικό εταίρο ξεχωριστά, η κυβέρνηση επικαλέστηκε ειδικούς λόγους για την επιβολή των μέτρων, παράλληλα με τον γενικότερο στόχο –  ενδεχομένως ακόμη και την κατάργηση του φόρου εισοδήματος– που εκτείνονταν από τα εμπορικά ελλείμματα έως τη διακίνηση ναρκωτικών, τη διαφθορά και τις διαρροές τεχνολογίας.

Οι εμπορικοί εταίροι εξέφρασαν τη διαφωνία τους με τις αμερικανικές αποφάσεις, με αρκετούς εξ αυτών να προσφεύγουν στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), αξιοποιώντας τον καθιερωμένο μηχανισμό επίλυσης διαφορών. Μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου, η Κίνα υπέβαλε αιτήματα στον Φορέα Επίλυσης Διαφορών του ΠΟΕ (DSB) για τη διεξαγωγή διαβουλεύσεων σχετικά με τις εξής ενέργειες των ΗΠΑ: (1) την επιβολή επιπλέον δασμών ύψους 10%, (2) τη μετέπειτα αύξηση των επιπλέον δασμών στην Κίνα στο 20% και (3) την εφαρμογή πρόσθετου, ειδικού ανά χώρα δασμού 34%.

Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, ο Καναδάς υπέβαλε αιτήματα στον DSB για διαβουλεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με: (1) πρόσθετους δασμούς 25% σε μη ενεργειακά προϊόντα και 10% σε ενεργειακά, (2) πρόσθετους δασμούς στις εισαγωγές ορισμένων προϊόντων αλουμινίου και χάλυβα και (3) πρόσθετους δασμούς 25% σε αυτοκίνητα και ανταλλακτικά αυτοκινήτων.
Τον Αύγουστο, η Βραζιλία υπέβαλε αίτημα στον DSB του ΠΟΕ για διαβουλεύσεις, αναφορικά με την επιβολή από τις ΗΠΑ πρόσθετων εισαγωγικών δασμών 10% και τη μετέπειτα αύξησή τους στο 50% για το σύνολο των εισαγωγών από τη Βραζιλία.

Όλα τα αιτήματα έκαναν λόγο για παραβιάσεις της ρήτρας του πλέον ευνοούμενου κράτους εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Κίνα υποστήριξε επιπλέον παραβιάσεις των κανόνων τελωνειακής αποτίμησης, των αρχών που διέπουν την εφαρμογή των εμπορικών κανόνων, καθώς και της απαγόρευσης των εξαγωγικών επιδοτήσεων. Ο Καναδάς κατήγγειλε παραβιάσεις των κανόνων διαμετακόμισης και της είσπραξης τελωνειακών προστίμων, ενώ η Βραζιλία τόνισε την ανάγκη επίλυσης της διαφοράς μέσω του ΠΟΕ.

Η διαδικασία επίλυσης διαφορών στο πλαίσιο του DSB του ΠΟΕ ρυθμίζεται από το Μνημόνιο Κατανόησης για τους Κανόνες και τις Διαδικασίες που Διέπουν την Επίλυση Διαφορών (DSU). Σύμφωνα με το DSU, το πρώτο στάδιο εξέτασης μιας διαφοράς στον ΠΟΕ είναι οι διαβουλεύσεις, οι οποίες επιτρέπουν στα μέρη να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή λύση χωρίς την προσφυγή σε επίσημη διαδικασία δικαστικής επίλυσης. Ένα σημαντικό ποσοστό των προσφυγών στον ΠΟΕ δεν προχωρά σε επίσημη διαδικασία, είτε επειδή επιτυγχάνεται συμφωνία κατά τη φάση των διαβουλεύσεων είτε επειδή ο προσφεύγων αποφασίζει, για διάφορους λόγους, να μη συνεχίσει στα επόμενα στάδια.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες απάντησαν σε όλα τα αιτήματα εντός των προθεσμιών που προβλέπει το DSU. Ωστόσο, επίσημες πληροφορίες για τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων δεν είναι διαθέσιμες, καθώς ο ΠΟΕ δεν δημοσιεύει τέτοια δεδομένα. Είναι πάντως γνωστό ότι καμία από τις χώρες δεν ζήτησε τη σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων (panel) μετά το πέρας των διαβουλεύσεων.
Απαντώντας στα αιτήματα της Κίνας, οι Ηνωμένες Πολιτείες επισήμαναν ότι το Πεκίνο είχε κρίνει μονομερώς –χωρίς απόφαση του DSB– ότι οι αμερικανικές ενέργειες παραβίαζαν τις συμφωνίες του ΠΟΕ και είχε προχωρήσει σε αντίποινα: την επιβολή δασμού 10% στις εισαγωγές πετρελαίου και αγροτικών μηχανημάτων, δασμού 15% στο υγροποιημένο φυσικό αέριο και τον άνθρακα, την επιβολή ελέγχων εξαγωγών σε υλικά που περιέχουν βολφράμιο, τελλούριο, ρουθήνιο και μολυβδαίνιο, την εγγραφή εταιρειών στη λίστα αναξιόπιστων οντοτήτων και την έναρξη αντιμονοπωλιακής έρευνας κατά της Google. Με άλλα λόγια, και οι κινήσεις της Κίνας παρουσίαζαν στοιχεία παραβίασης των συμφωνιών του ΠΟΕ. Η απόφαση της Κίνας να μην ζητήσει τη σύσταση panel συνδέεται πιθανότατα με τις εμπορικές διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν και κατέληξαν σε εμπορική συμφωνία. Το αποτέλεσμα αυτό χαιρετίστηκε θερμά από τη γενική διευθύντρια του ΠΟΕ, Νγκόζι Οκόντζο-Ιουεάλα, η οποία προειδοποίησε ότι μια κλιμάκωση της σύγκρουσης θα οδηγούσε σε μείωση έως και 80% του διμερούς εμπορίου ΗΠΑ–Κίνας, με σοβαρές μακροοικονομικές επιπτώσεις και σε άλλες οικονομίες. Μετά από πολλούς γύρους διαπραγματεύσεων, οι δύο χώρες μείωσαν αμοιβαία τους δασμούς και παρέτειναν τη «συμφωνία εμπορίου» για έναν ακόμη χρόνο.

Σε ό,τι αφορά τον Καναδά, οι Ηνωμένες Πολιτείες επεσήμαναν τη μονομερή επιβολή από την Οτάβα πρόσθετων δασμών 25% ως αντίποινα, χωρίς προηγούμενη απόφαση του ΠΟΕ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε να συμμετάσχει ως τρίτο μέρος στις διαβουλεύσεις για τους δασμούς σε αλουμίνιο και χάλυβα, αίτημα που απορρίφθηκε από την Ουάσιγκτον. Όπως και στην περίπτωση της Κίνας, ακολούθησαν εμπορικές διαπραγματεύσεις, οι οποίες όμως ανεστάλησαν επανειλημμένα, λόγω της επιβολής νέων καναδικών φόρων σε αμερικανικές εταιρείες και της προβολής καναδικής διαφήμισης που επέκρινε τους δασμούς. Παρ’ όλα αυτά, ο Καναδάς δεν προχώρησε στη σύσταση panel στον ΠΟΕ, επιλέγοντας αντ’ αυτού να ενισχύσει τις εξαγωγές του προς άλλες αγορές: ήδη υπεγράφη συμφωνία με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ επανεκκίνησαν οι διαπραγματεύσεις με την Ινδία.
Στην απάντησή τους στο αίτημα της Βραζιλίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έκαναν λόγο για αντίποινα, περιοριζόμενες να επισημάνουν την έλλειψη τεκμηρίωσης της βραζιλιάνικης θέσης. Όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις, η προσφυγή στον ΠΟΕ ακολουθήθηκε από εμπορικές διαπραγματεύσεις, οι οποίες φαίνεται να εξελίσσονται πιο ομαλά απ’ ό,τι στην καναδική περίπτωση. Παρά το μεταγενέστερο ξεκίνημά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη άρει τον δασμό 10% σε ορισμένα βραζιλιάνικα προϊόντα, ενώ και οι δύο πλευρές έχουν εκφράσει τη βούληση να συνεχίσουν τις συνομιλίες.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι τα κράτη προτιμούν τις διαπραγματεύσεις από τη δικαστική αντιπαράθεση. Ενισχυτικό στοιχείο αυτής της τάσης είναι το γεγονός ότι ορισμένοι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ, όπως το Βιετνάμ, προχώρησαν απευθείας σε διαπραγματεύσεις χωρίς να προσφύγουν στον ΠΟΕ, ενώ συνολικά αιτήματα για διαπραγματεύσεις υποβλήθηκαν από 18 χώρες. Είναι ευρέως γνωστό ότι η λειτουργία του Εφετείου του DSB του ΠΟΕ παραμένει παραλυμένη, γεγονός που στερεί από τα μέρη τη δυνατότητα έφεσης σε περίπτωση διαφωνίας με απόφαση panel. Επιπλέον, η πρακτική του ΠΟΕ σε διαφορές που αφορούν μέτρα εθνικής ασφάλειας –επιχείρημα στο οποίο προσέφυγαν οι ΗΠΑ– μόλις πρόσφατα άρχισε να διαμορφώνεται. Υπό αυτές τις συνθήκες, η προσφυγή της Κίνας, του Καναδά και της Βραζιλίας στον ΠΟΕ φαίνεται περισσότερο ως μέσο άσκησης πίεσης για την έναρξη εμπορικών διαπραγματεύσεων, όπου τα αποτελέσματα μπορούν να επιτευχθούν ταχύτερα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μια εναλλακτική στο Εφετείο του ΠΟΕ ήδη υπάρχει. Το 2022, 47 μέλη του ΠΟΕ δημιούργησαν τον Πολυμερή Προσωρινό Μηχανισμό Διαιτησίας Εφέσεων (MPIA), σύμφωνα με το DSU. Στο πλαίσιο του MPIA, τα συμμετέχοντα μέρη επανεξετάζουν ανεξάρτητα τις αποφάσεις του DSB που, υπό κανονικές συνθήκες, θα εξετάζονταν από το Εφετείο. Ο μηχανισμός βασίζεται στις αρχές του Εφετείου του ΠΟΕ και προβλέπεται να καταργηθεί εφόσον αυτό επαναλειτουργήσει. Στο MPIA συμμετέχουν μεγάλες οικονομίες, αναπτυσσόμενες και λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, που συνολικά αντιπροσωπεύουν πάνω από το 60% του παγκόσμιου εμπορίου σε αξία (2024). Τον Νοέμβριο του 2025, για πρώτη φορά ολοκληρώθηκε πλήρης διαδικασία επίλυσης διαφοράς μέσω του MPIA αντί του Εφετείου του ΠΟΕ, με την έκθεση του MPIA να υιοθετείται από panel. Αν και η Κίνα, ο Καναδάς και η Βραζιλία συμμετέχουν στο MPIA, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν ενταχθεί, γεγονός που καθιστά τον μηχανισμό μη εφαρμόσιμο σε διαφορές με την Ουάσιγκτον.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, οι εμπορικές διαπραγματεύσεις αναδεικνύονται ως το ταχύτερο και αποτελεσματικότερο μέσο επίλυσης των διαφορών που προκαλεί η εμπορική πολιτική του Τραμπ. Η υφιστάμενη διαμόρφωση ευνοεί τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς οι διαπραγματεύσεις αποτελούν τη μόνη ρεαλιστική οδό: επιτρέπουν στην Ουάσιγκτον να επιδιώκει όρους που της είναι ευνοϊκοί, ενώ μια απόφαση του ΠΟΕ θα ήταν σαφής και θα επέβαλλε είτε τη διατήρηση είτε την άρση των επίμαχων μέτρων. Όποιες κι αν είναι οι παραχωρήσεις στις οποίες ενδέχεται να συμφωνήσει ο Τραμπ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, τα οικονομικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών φαίνεται ότι θα παραμείνουν ακλόνητα προστατευμένα.