Γράφει η Κορίνα Ντούβλη
Εκείνο το καλοκαίρι ήταν άδικο. Πώς η καλοκαιρία και η αδικία συμπορεύονται, αναρωτιόμασταν…
Πώς η θάλασσα που τόσο αγάπησες σε πήρε δικιά της; Ποιος θαλάσσιος Θεός επέλεξε να εκπνεύσεις ακατάπαυστα;
Την ημέρα του πνιγμού σου κιόλας, σου υποσχέθηκα να χαροπαλέψω να σου βρω μια αθανασία, που να σε δικαιώσει από την αφοβία της αλμυρής απεραντοσύνης, που κάποιους ακόμη ηρεμεί και γαληνεύει. Εγώ, όμως, ξέρω. Ξέρω, πως η επιστροφή είναι μια ανέλπιστη προσδοκία, σαν το κύμα που σε ξέβρασε.
Πλέον, τη θάλασσα όταν την κοιτώ, μένει ατάραχη. Τη θνητότητα που μου ’δωσε την ξεπληρώνει σε ανέμελες στιγμές με παιδιά. Όταν πέφτει ο ήλιος, πάω και διαπραγματευόμαστε τον θάνατο κολυμπώντας μέσα της, σαν τώρα.
Κρατώ την ανάσα μου μήπως κάπου σε δω. Μετρώ ξανά και ξανά πόσες ανάσες είμαι μακριά σου, μα ποτέ δεν σε φτάνω. Προλαβαίνει πάλι να φουρτουνιάσει και κάποιο κύμα να με πετάξει έξω. Νομίζει πως έτσι με σώζει. Μα με πετά σε όλα εκείνα τα συλλυπητήρια που δεν ήθελα να ακούσω.
Όταν οι αρχές με ρώτησαν για τα ρούχα σου, τους το ξεκαθάρισα:
“Δεν θα μιλήσω για κλωστές.. Δεν θα μιλήσω για τις κλωστές που στο τέλος κόβονται, ούτε για την κλωστή από την οποία η ζωή σου κρέμεται. Θα μιλήσω, όμως, για εκείνες τις βελονιές από τις οποίες η ζωή πλέκεται σαν κέντημα που θα δοθεί για προίκα. Για εκείνα τα προικιά των ανθρώπων, τα λευκά, τα καθημερινά που πριν ξασπρίσουν ήταν άδεια κενά, μεταξύ κλωστών”.
“Εσάς, κύριοι, ποια θάλασσα σας έφτυσε κατάμουτρα;”
Σιγή. Αυτή η σιωπή κάθε φορά…
“Μα ποιο κύμα ακούσατε να μουσκεύει τα ρούχα του θρήνου μου;”
