Ρεπορτάζ: Αντώνης Ζήβας

Στον Λευκό Οίκο μεταφέρεται σήμερα το διπλωματικό θρίλερ γύρω από τη Γροιλανδία, καθώς οι υπουργοί Εξωτερικών της Δανίας και της αυτόνομης περιοχής της Αρκτικής αναμένεται να έχουν συνομιλίες με Αμερικανούς αξιωματούχους, σε μια προσπάθεια να εκτονωθεί η ένταση που έχει προκαλέσει η επιμονή του Ντόναλντ Τραμπ να θέσει το νησί υπό αμερικανικό έλεγχο.

Η Γροιλανδία, παρότι ανήκει στο Βασίλειο της Δανίας, διαθέτει καθεστώς ευρείας αυτονομίας και βρίσκεται σε κομβικό γεωστρατηγικό σημείο.

Από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ επαναφέρει συστηματικά το ενδεχόμενο «ανάληψης» του ελέγχου της, παρουσιάζοντας το ζήτημα ως θέμα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ.

Οι δηλώσεις αυτές αντιμετωπίζονται πλέον με αυξημένη ανησυχία, ιδίως μετά την πρόσφατη αμερικανική επιχείρηση στο Καράκας στις αρχές του μήνα, η οποία κατέληξε στη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο.

Το προηγούμενο αυτό ενισχύει τους φόβους ότι η ρητορική Τραμπ δεν είναι απλώς διαπραγματευτική πίεση.

Αρχικά, ο Δανός υπουργός Εξωτερικών Λαρς Λόκε Ράσμουσεν είχε ζητήσει συνάντηση με τον Αμερικανό ομόλογό του, Μάρκο Ρούμπιο.

Ωστόσο, οι συνομιλίες αναβαθμίστηκαν και θα πραγματοποιηθούν τελικά στον Λευκό Οίκο, έπειτα από την παρέμβαση του Αμερικανού αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος ζήτησε να συμμετάσχει.

Ο Ράσμουσεν δήλωσε ότι προσέρχεται στη συνάντηση με την ελπίδα να αποσαφηνιστούν «ορισμένες παρανοήσεις», την ώρα που τόσο η Κοπεγχάγη όσο και η κυβέρνηση της Γροιλανδίας απορρίπτουν κατηγορηματικά οποιοδήποτε σενάριο μεταβίβασης του ελέγχου του νησιού στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παρ’ όλα αυτά, ο Τραμπ επανέλαβε την Κυριακή ότι η Ουάσινγκτον θα αποκτήσει τη Γροιλανδία «με τον εύκολο ή τον δύσκολο τρόπο».

Ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος υποστηρίζει ότι η απόκτηση της Γροιλανδίας είναι αναγκαία για να περιοριστεί η επιρροή της Ρωσίας και της Κίνας στην Αρκτική, παρουσιάζοντας το ζήτημα ως μέρος ενός ευρύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.

Σύμφωνα με την Πένι Νάας, ερευνήτρια στο German Marshall Fund των ΗΠΑ, οι σημερινές συνομιλίες ενδέχεται να αποδειχθούν σύντομες, εφόσον η αμερικανική πλευρά επιμείνει στην απόκτηση της Γροιλανδίας «ανεξαρτήτως κόστους».

 Όπως σημείωσε, μόνο εάν υπάρξει έστω και μικρή διαφοροποίηση στη στάση της Ουάσιγκτον θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για μια ουσιαστικότερη συζήτηση.

Την ίδια στιγμή, η αντίδραση της Γροιλανδίας είναι απολύτως ξεκάθαρη. «Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια γεωπολιτική κρίση και, αν χρειαστεί να επιλέξουμε, επιλέγουμε τη Δανία», δήλωσε ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Κοπεγχάγη.

«Η Γροιλανδία δεν θα ανήκει στις ΗΠΑ, δεν θα κυβερνάται από τις ΗΠΑ και δεν θα γίνει μέρος των ΗΠΑ», τόνισε.

Ερωτηθείς για τις δηλώσεις αυτές, ο Τραμπ απάντησε απαξιωτικά: «Αυτό είναι δικό τους πρόβλημα», προσθέτοντας ότι το ζήτημα «θα εξελιχθεί σε μεγάλο πρόβλημα» για τον Γροιλανδό πρωθυπουργό.

Στο πλευρό της Γροιλανδίας στάθηκε και η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρέντερικσεν, η οποία μίλησε για «εντελώς απαράδεκτη πίεση από τον πιο στενό μας σύμμαχο».

Η Δανία απορρίπτει τις κατηγορίες της Ουάσιγκτον ότι δεν προστατεύει επαρκώς τη Γροιλανδία απέναντι στη ρωσική και κινεζική επιρροή, υπενθυμίζοντας ότι έχει επενδύσει σχεδόν 90 δισεκατομμύρια κορώνες, περίπου 12 δισ. ευρώ, για την ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας της στην Αρκτική.

Λίγο μετά τις συνομιλίες στον Λευκό Οίκο, αναμένεται να φτάσει στην Κοπεγχάγη αντιπροσωπεία του αμερικανικού Κογκρέσου, αποτελούμενη κυρίως από Δημοκρατικούς αλλά και έναν Ρεπουμπλικανό, προκειμένου να εκφράσει την αλληλεγγύη της προς τη Δανία.

«Οι συνεχιζόμενες απειλές του προέδρου Τραμπ προς τη Γροιλανδία είναι ανούσιες και αποδυναμώνουν τη συνοχή της συμμαχίας μας στο ΝΑΤΟ», δήλωσε ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Ντικ Ντέρμπιν.

Η υπόθεση της Γροιλανδίας εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο της εξωτερικής πολιτικής Τραμπ, όπου η έννοια της εθνικής κυριαρχίας αντιμετωπίζεται ως διαπραγματεύσιμο μέγεθος και το διεθνές δίκαιο υποχωρεί μπροστά στη λογική της ισχύος.

Από τη Βενεζουέλα έως την Αρκτική, η προσέγγιση του Αμερικανού προέδρου δείχνει αδιαφορία για τις αρχές της αυτοδιάθεσης και της ισότητας μεταξύ κρατών, αντικαθιστώντας τις με μια ωμή γεωπολιτική συναλλαγή.

Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η υπονόμευση των διεθνών θεσμών, αλλά και η διάβρωση της εμπιστοσύνης ακόμη και μεταξύ παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ.

Με πληροφορίες από: Investing. com