Ιδιαίτερα αισιόδοξος δηλώνει ο Ιταλός πρωθυπουργός σχετικά με τη συνέχιση του κυβερνητικού του έργου, μετά και τη χθεσινή ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή.
«Η πλειοψηφία που στηρίζει την κυβέρνηση είναι ακόμη πιο ισχυρή από εκείνη που είχαμε εξασφαλίσει την άνοιξη του 2008, αμέσως μετά τις βουλευτικές εκλογές. Τώρα μπορεί να ξεκινήσει μια μεγάλη περίοδος θεσμικών αλλαγών» δήλωσε ο «Καβαλιέρε».
Χθες βράδυ, η ιταλική Βουλή έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνησή του με 342 «ναι», 275 «όχι» και 3 αποχές. Σήμερα, θεωρείται βέβαιο ότι πρόκειται να πάρει «πράσινο φως» και από τη Γερουσία.
Ωστόσο, πολιτικοί αναλυτές επιμένουν ότι πολύ δύσκολα ο μεγιστάνας-πρωθυπουργός θα καταφέρει να πετύχει μια ήρεμη και εποικοδομητική διακυβέρνηση. Για την ψήφιση του κάθε νόμου, η απαιτούμενη πλειοψηφία στη βουλή είναι 316 ψήφοι. Κάτι που σημαίνει ότι χρειάζεται και η σταθερή αρωγή των «ανταρτών», κεντροδεξιών βουλευτών, που δημιούργησαν την κοινοβουλευτική ομάδα «Μέλλον και Ελευθερία», του προέδρου της Βουλής, Τζανφράνκο Φίνι.
Από την άλλη και ο ισχυρότερος κυβερνητικός εταίρος του «μίστερ τιβί», η Λέγκα του Βορρά, εκφράζεται ανοικτά υπέρ των πρόωρων εκλογών. Τόσο ο γραμματέας του κόμματος, Ουμπέρτο Μπόσι, όσο και ο υπουργός Εσωτερικών, Μαρόνι, αμέσως μετά τη χθεσινή ψηφοφορία, υπογράμμισαν ότι «τώρα όλα γίνονται πιο δύσκολα και οι πιθανότητες να στηθούν οι κάλπες την ερχόμενη άνοιξη, αυξάνονται διαρκώς».
Σήμερα ο Μπόσι, με μια διορθωτική του παρέμβαση – για να μην υπάρξει, ίσως, θεαματική απόκλιση από τη γραμμή Μπερλουσκόνι- πρόσθεσε ότι «προς το παρόν δεν βλέπει εκλογές. Τον Μάρτιο είναι σίγουρα πιο πιθανές, αλλά τώρα όλοι πρέπει να επικεντρωθούν στο κυβερνητικό έργο».
Εν τω μεταξύ, η δημοτικότητα του Μπερλουσκόνι έχει πέσει, για πρώτη φορά, κάτω από το 40%, και προσπαθεί να εξασφαλίσει τον απαιτούμενο χρόνο για να ανατρέψει την αρνητική αυτή εικόνα, που είναι αποτέλεσμα και των συνεχών συγκρούσεων, στο εσωτερικό της κεντροδεξιάς. Το μεγαλύτερο εμπόδιο για τον Ιταλό πρωθυπουργό συνεχίζει να είναι η έγκριση νέου νόμου που να του εξασφαλίζει το «πάγωμα» των δικαστικών του υποθέσεων.
