Τα συντηρητικά βρίσκονται σχεδόν παντού. Προστίθενται στα τρόφιμα για να παρατείνουν τη διάρκεια ζωής τους στο ράφι. Όλο και περισσότερα επιστημονικά δεδομένα, όμως, δείχνουν ότι η παρουσία τους μπορεί να έχει κόστος για την ανθρώπινη υγεία. Μια νέα, μεγάλης κλίμακας μελέτη —η πρώτη του είδους της παγκοσμίως— συνδέει τη συστηματική κατανάλωση ορισμένων προσθέτων τροφίμων με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.

Το εύρημα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, καθώς τα συντηρητικά που εμπλέκονται δεν αποτελούν σπάνιες ή εξειδικευμένες ουσίες. Χρησιμοποιούνται ευρέως σε επεξεργασμένα τρόφιμα καθημερινής κατανάλωσης, τα οποία βρίσκονται στο τραπέζι εκατομμυρίων ανθρώπων, συχνά χωρίς σαφή επίγνωση του τι περιέχουν.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο Nature Communications και βασίστηκε σε δεδομένα περισσότερων από 100.000 ενηλίκων. Διεξήχθη από ερευνητές του INSERM, του INRAE, του Πανεπιστημίου Sorbonne Paris Nord, του Πανεπιστημίου Paris Cité και του CNAM, στο πλαίσιο της εθνικής ερευνητικής ομάδας CRESS-EREN για την επιδημιολογία της διατροφής.

Τα συντηρητικά ανήκουν σε μια ευρύτερη κατηγορία προσθέτων που χρησιμοποιούνται εκτεταμένα από τη βιομηχανία τροφίμων. Η κλίμακα αυτής της χρήσης αποτυπώνεται στα στοιχεία της διεθνούς βάσης Open Food Facts: το 2024 καταγράφονταν περίπου 3,5 εκατομμύρια διαφορετικά τρόφιμα και ποτά, εκ των οποίων περισσότερα από 700.000 περιείχαν τουλάχιστον ένα συντηρητικό.

Στην ανάλυσή τους, οι ερευνητές διαχώρισαν τα συντηρητικά σε δύο βασικές κατηγορίες. Η πρώτη περιλάμβανε τα μη αντιοξειδωτικά συντηρητικά, τα οποία επιβραδύνουν την αλλοίωση των τροφίμων περιορίζοντας την ανάπτυξη μικροοργανισμών ή τις χημικές αντιδράσεις. Η δεύτερη αφορούσε τα αντιοξειδωτικά πρόσθετα, που προστατεύουν τα τρόφιμα από την οξείδωση.

Στις ετικέτες, τα πρόσθετα αυτά εμφανίζονται με τον κωδικό Ε: από Ε200 έως Ε299 για τα συντηρητικά με τη στενή έννοια και από Ε300 έως Ε399 για τα αντιοξειδωτικά.

Μέχρι σήμερα, η ανησυχία γύρω από τα συντηρητικά στηριζόταν κυρίως σε πειραματικά δεδομένα. Εργαστηριακές μελέτες είχαν δείξει ότι ορισμένα από αυτά μπορούν να προκαλέσουν κυτταρική βλάβη, να επηρεάσουν το DNA ή να διαταράξουν μεταβολικές διεργασίες. Έλειπε, όμως, η άμεση επιδημιολογική σύνδεση με τον διαβήτη τύπου 2 σε μεγάλους πληθυσμούς.

Αυτό το κενό επιχείρησε να καλύψει η γαλλική ερευνητική ομάδα υπό την καθοδήγηση της Ματίλντ Τουβιέ, διευθύντριας ερευνών στο INSERM. Οι επιστήμονες αξιοποίησαν δεδομένα της μακροχρόνιας μελέτης NutriNet-Santé, εξετάζοντας τόσο τη μακροχρόνια έκθεση σε συντηρητικά όσο και τη συχνότητα εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.

Περισσότεροι από 100.000 Γάλλοι ενήλικες παρακολουθήθηκαν για την περίοδο 2009–2023. Οι συμμετέχοντες παρείχαν τακτικά στοιχεία για το ιατρικό τους ιστορικό, τον τρόπο ζωής, τη φυσική δραστηριότητα και το κοινωνικοδημογραφικό τους προφίλ, ενώ κατέγραφαν αναλυτικά τη διατροφή τους μέσα από επαναλαμβανόμενες 24ωρες ανακλήσεις.

Η ανάλυση των δεδομένων αποκάλυψε την παρουσία 58 διαφορετικών συντηρητικών στα τρόφιμα που κατανάλωναν οι συμμετέχοντες — 33 συντηρητικά και 27 αντιοξειδωτικά πρόσθετα. Από αυτά, 17 εξετάστηκαν ξεχωριστά, καθώς καταναλώνονταν από τουλάχιστον το 10% του δείγματος.

Για την εξαγωγή των αποτελεσμάτων, οι ερευνητές έλαβαν υπόψη όλους τους βασικούς παράγοντες κινδύνου για διαβήτη: ηλικία, φύλο, μορφωτικό επίπεδο, κάπνισμα, κατανάλωση αλκοόλ, καθώς και τη συνολική ποιότητα της διατροφής, συμπεριλαμβανομένων των θερμίδων, της ζάχαρης, του αλατιού, των κορεσμένων λιπαρών και των φυτικών ινών.

Κατά τη διάρκεια σχεδόν 15 ετών παρακολούθησης, καταγράφηκαν 1.131 περιπτώσεις διαβήτη τύπου 2 σε σύνολο 108.723 εθελοντών. Τα αποτελέσματα ήταν σαφή: τα άτομα με την υψηλότερη κατανάλωση συντηρητικών εμφάνισαν 47% μεγαλύτερο κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με εκείνα που κατανάλωναν τα χαμηλότερα επίπεδα. Τα μη αντιοξειδωτικά συντηρητικά συνδέθηκαν με αύξηση του κινδύνου κατά 49%, ενώ τα αντιοξειδωτικά πρόσθετα με αύξηση της τάξης του 40%.

Από τα 17 συντηρητικά που αναλύθηκαν μεμονωμένα, τα 12 συσχετίστηκαν με αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 όταν καταναλώνονταν σε υψηλά επίπεδα. Πρόκειται για ουσίες που χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιομηχανία τροφίμων, τόσο για τη συντήρηση όσο και για τη σταθεροποίηση προϊόντων καθημερινής κατανάλωσης.