Δύο αναδυόμενοι παθογόνοι παράγοντες ζωικής προέλευσης -ο ιός της γρίπης D και ο κορωνοϊός του σκύλου- μέχρι σήμερα περνούν σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητοι, ωστόσο οι ερευνητές προειδοποιούν ότι οι συνθήκες είναι ώριμες για να εξαπλωθούν ευρύτερα στον ανθρώπινο πληθυσμό. Αν η επιτήρηση και τα διαγνωστικά εργαλεία συνεχίσουν να υστερούν, ο ιός της γρίπης D και ο κορωνοϊός του σκύλου έχουν πραγματικές πιθανότητες να προκαλέσουν επιδημίες, γράφει ομάδα ειδικών στις λοιμώδεις νόσους. Η εργασία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Emerging Infectious Diseases.
«Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας δείχνει ότι αυτοί οι δύο ιοί αποτελούν απειλή για την αναπνευστική υγεία του ανθρώπου, ωστόσο ελάχιστα έχουν γίνει για την αντιμετώπιση ή την πρόληψη λοιμώξεων από αυτούς», δήλωσε ο συν-συγγραφέας John Lednicky, Ερευνητής Καθηγητής στο Τμήμα Περιβαλλοντικής και Παγκόσμιας Υγείας του Κολλεγίου Δημόσιας Υγείας και Επαγγελμάτων Υγείας του Πανεπιστημίου της Φλόριντα.
«Αν αυτοί οι ιοί εξελιχθούν ώστε να μεταδίδονται εύκολα από άνθρωπο σε άνθρωπο, θα μπορούσαν να προκαλέσουν επιδημίες ή και πανδημίες, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού δεν διαθέτει ανοσία απέναντί τους».
Από την ανακάλυψή του το 2011, ο ιός της γρίπης D έχει συσχετιστεί με λοιμώξεις σε χοίρους και βοοειδή, αλλά έχει επίσης ανιχνευθεί σε πολλά άλλα είδη εκτρεφόμενων και άγριων ζώων, όπως πουλερικά, ελάφια, καμηλοπαρδάλεις και καγκουρό. Ο ιός θεωρείται ότι συμβάλλει στη νόσο του αναπνευστικού των βοοειδών, η οποία εκτιμάται ότι κοστίζει στη βιομηχανία βοοειδών των ΗΠΑ περίπου 1 δισεκατομμύριο δολάρια ετησίως.
Προηγούμενες μελέτες των συγγραφέων σε εργαζόμενους με βοοειδή στο Κολοράντο και τη Φλόριντα έδειξαν ότι έως και το 97% των ατόμων που εργάζονται με κοπάδια φέρουν αντισώματα έναντι του ιού της γρίπης D, γεγονός που υποδηλώνει προηγούμενη έκθεση στον ιό. Μέχρι σήμερα, αυτές οι λοιμώξεις θεωρούνται υποκλινικές, δηλαδή δεν προκαλούν εμφανή συμπτώματα νόσου. Ωστόσο, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι ο ιός της γρίπης D διαθέτει χαρακτηριστικά που τον καθιστούν ικανό να εξελιχθεί γρήγορα. Πράγματι, ένα στέλεχος του ιού που απομονώθηκε πρόσφατα στην Κίνα έχει αποκτήσει τη δυνατότητα μετάδοσης από άνθρωπο σε άνθρωπο.
«Μέχρι στιγμής, ο ιός της γρίπης D δεν έχει συσχετιστεί με σοβαρές λοιμώξεις στον άνθρωπο», ανέφερε ο Lednicky, μέλος του Ινστιτούτου Αναδυόμενων Παθογόνων του Πανεπιστημίου της Φλόριντα. «Ο κορωνοϊός του σκύλου, όμως, έχει συσχετιστεί, αλλά δεν διενεργούνται συστηματικά διαγνωστικές εξετάσεις για τον ιό, επομένως δεν γνωρίζουμε σε ποιο βαθμό επηρεάζει τον γενικό πληθυσμό.»
Ο κορωνοϊός του σκύλου (CCoV) μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερική νόσο στους σκύλους και δεν είναι ο ίδιος ιός με τον SARS-CoV-2, που προκαλεί τη νόσο COVID-19. Οι καταγεγραμμένες λοιμώξεις από κορωνοϊό του σκύλου στον άνθρωπο, αν και σπάνιες, έχουν συνδεθεί με νοσηλείες λόγω πνευμονίας στη Νοτιοανατολική Ασία.
Σε μελέτη του 2021 με επικεφαλής τον Lednicky, ομάδα του Πανεπιστημίου της Φλόριντα απομόνωσε έναν κορωνοϊό του σκύλου από μέλος ιατρικής ομάδας, το οποίο είχε ταξιδέψει από τη Φλόριντα στην Αϊτή το 2017 και αργότερα εμφάνισε ήπιο πυρετό και κακουχία. Η ομάδα ονόμασε το στέλεχος HuCCoV_Z19Haiti.
Επιστήμονες με επικεφαλής τον Gregory Gray, M.D., Διευθυντή του Εργαστηρίου Έρευνας και Εκπαίδευσης One Health στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Medical Branch, ανέφεραν το 2021 την ανακάλυψη ενός νέου στελέχους κορωνοϊού του σκύλου, του CCoV-HuPn-2018. Το στέλεχος απομονώθηκε από παιδί που νοσηλεύτηκε στη Μαλαισία και ήταν σχεδόν ταυτόσημο με τον κορωνοϊό που είχε εντοπιστεί από την ομάδα του Πανεπιστημίου της Φλόριντα.
Έκτοτε, το CCoV-HuPn-2018 έχει ανιχνευθεί σε άτομα με αναπνευστική νόσο στην Ταϊλάνδη, το Βιετνάμ και στην πολιτεία του Αρκάνσας, γεγονός που δείχνει ότι αυτό το στέλεχος κορονοϊού του σκύλου κυκλοφορεί ήδη σε διαφορετικές ηπείρους.
Οι πρόσφατες ανακαλύψεις σχετικά με τον ιό της γρίπης D και τον κορωνοϊό του σκύλου υπογραμμίζουν ένα γνώριμο μάθημα από τις πρόσφατες πανδημίες: χωρίς επαρκή προετοιμασία, ένας ιός που αποκτά γρήγορα αποτελεσματική μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο, μπορεί εύκολα να εξελιχθεί σε μεγάλης κλίμακας ανθρώπινη επιδημία. Για να αποφευχθεί ένα τέτοιο σενάριο, οι επιστήμονες τονίζουν την ανάγκη για καλύτερη επιτήρηση των ιών, πιο αξιόπιστα διαγνωστικά τεστ, θεραπείες και ενδεχομένως εμβόλια.
«Η γνώση μας για την επιδημιολογία και τις κλινικές εκδηλώσεις αυτών των ιών, περιορίζεται σε έναν μικρό αριθμό ερευνητικών μελετών», γράφουν οι συγγραφείς. «Ακόμη κι έτσι, τα περιορισμένα δεδομένα για αυτούς τους νέους, πρόσφατα ανιχνευθέντες ιούς δείχνουν ότι αποτελούν σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία».
