Μια από τις μεγαλύτερες έως σήμερα μελέτες απεικόνισης του εγκεφάλου ρίχνει νέο φως στο γιατί η απώλεια μνήμης στη γήρανση δεν εξελίσσεται πάντα σταδιακά, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις φαίνεται να «τρέχει» ξαφνικά. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η γνωστική έκπτωση δεν οφείλεται σε μία μόνο περιοχή ή σε έναν μεμονωμένο γενετικό παράγοντα, αλλά αποτελεί αποτέλεσμα εκτεταμένων και αλληλένδετων αλλαγών σε ολόκληρο τον εγκέφαλο.

Στο πλαίσιο της διεθνούς έρευνας, οι επιστήμονες ανέλυσαν περισσότερες από 10.000 μαγνητικές τομογραφίες και πάνω από 13.000 τεστ μνήμης από περίπου 3.700 ενήλικες με φυσιολογική γνωστική λειτουργία, οι οποίοι συμμετείχαν σε 13 διαφορετικές μελέτες. Η ανάλυση αποκάλυψε ότι η σχέση ανάμεσα στη συρρίκνωση του εγκεφάλου και την έκπτωση της μνήμης δεν ακολουθεί ευθύγραμμη πορεία. Αντίθετα, όσο αυξάνεται η ηλικία, η σύνδεση αυτή γίνεται ισχυρότερη και πιο απότομη, χωρίς να εξηγείται επαρκώς από γνωστούς γενετικούς παράγοντες κινδύνου, όπως το γονίδιο APOE ε4 που σχετίζεται με τη νόσο Αλτσχάιμερ.

Τα δεδομένα, που δημοσιεύθηκαν στο Nature Communications, δείχνουν ότι παρότι ο ιππόκαμπος παραμένει κομβικός για τη μνήμη και εμφανίζει τις πιο έντονες συσχετίσεις με την απώλεια όγκου, δεν δρα μεμονωμένα. Πολλές φλοιώδεις και υποφλοιώδεις περιοχές συμμετέχουν στο ίδιο μοτίβο, υποδεικνύοντας ότι η ευπάθεια της μνήμης είναι κατανεμημένη σε εγκεφαλικά δίκτυα και όχι περιορισμένη σε ένα «κέντρο».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα ότι η απώλεια μνήμης μπορεί να επιταχύνεται όταν η εγκεφαλική ατροφία ξεπεράσει ένα κρίσιμο όριο. Άτομα με ταχύτερη από τον μέσο όρο συρρίκνωση εμφάνισαν δυσανάλογα μεγάλη πτώση στις επιδόσεις μνήμης, γεγονός που υποδηλώνει ότι η φθορά συσσωρεύεται αθόρυβα για χρόνια πριν εκδηλωθεί πιο έντονα.

Συνολικά, η μελέτη ενισχύει την εικόνα της γήρανσης του εγκεφάλου ως μιας μακρόχρονης, πολύπλοκης διαδικασίας, στην οποία συνδυάζονται ατομικές προδιαθέσεις και βιολογικές αλλαγές που εξελίσσονται επί δεκαετίες. Η καλύτερη κατανόηση αυτής της δυναμικής ανοίγει τον δρόμο για πιο έγκαιρο εντοπισμό ατόμων αυξημένου κινδύνου και για πιο στοχευμένες παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να στηρίξουν τη γνωστική υγεία πριν η απώλεια μνήμης γίνει απότομα εμφανής.