Ανησυχητικά είναι τα ευρήματα για τη σημερινή κατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Έρευνας και Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία, την Πολιτική Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΚΕΠΥ) και του Ινστιτούτου ETERON για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή.
Η μελέτη παρουσιάστηκε σε εκδήλωση με θέμα «Το ΕΣΥ σε οριακό σημείο αντοχής: μια διαχρονική αποτίμηση της απόδοσής του στον απόηχο της οικονομικής και πανδημικής κρίσης» από τον αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Υγείας του ΑΠΘ, Ηλία Κονδύλη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, τόσο κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης όσο και στη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, το Εθνικό Σύστημα Υγείας αποδυναμώθηκε σημαντικά σε επίπεδο χρηματοδότησης και ανθρώπινου δυναμικού. Παράλληλα, αυξήθηκαν οι ακάλυπτες ιατρικές ανάγκες και επιδεινώθηκε η πρόσβαση των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας.
Ειδικότερα, την περίοδο 2009–2019, η δημόσια δαπάνη υγείας μειώθηκε κατά 43,3%, η χρηματοδότηση των δημόσιων νοσοκομείων κατά 36,3%, ενώ το ΕΣΥ απώλεσε το 13,6% των νοσοκομείων. Το προσωπικό στα νοσοκομεία μειώθηκε κατά 12,9% και στα Κέντρα Υγείας κατά 11,2%, οι νοσοκομειακές κλίνες περιορίστηκαν κατά 23,5%, ενώ οι ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες αυξήθηκαν κατά 28,2%. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν τη δυσκολία μεγάλου μέρους του πληθυσμού να λάβει τις υπηρεσίες υγείας που έχει ανάγκη.
Κατά την περίοδο της πανδημίας, αν και η συνολική δημόσια δαπάνη υγείας αυξήθηκε κατά 9,7%, η χρηματοδότηση των νοσοκομείων του ΕΣΥ μειώθηκε κατά 2,6%. Παράλληλα, δεν πραγματοποιήθηκαν περισσότερα από 350.000 προγραμματισμένα χειρουργεία, ενώ χάθηκαν πάνω από 9,5 εκατομμύρια επισκέψεις στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Ως αποτέλεσμα, οι ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες εκτοξεύθηκαν, καταγράφοντας αύξηση 48,4%.
Παρά τα βήματα που έγιναν τα επόμενα χρόνια, η μελέτη καταλήγει ότι έως και το 2024 οι βασικοί δείκτες του συστήματος υγείας –χρηματοδότηση, στελέχωση και συνολική δραστηριότητα του ΕΣΥ– παραμένουν χαμηλότεροι από τα επίπεδα πριν από τις διαδοχικές κρίσεις.
