Από χθες, 1η Ιανουαρίου 2026, η Κίνα έθεσε σε ισχύ ένα νέο, υποχρεωτικό εθνικό πλαίσιο κανόνων που αφορά την ενεργειακή αποδοτικότητα των αμιγώς ηλεκτρικών επιβατικών οχημάτων. Πρόκειται για την πρώτη φορά διεθνώς που θεσπίζονται νομικά δεσμευτικά ανώτατα όρια κατανάλωσης ενέργειας ειδικά για ηλεκτρικά αυτοκίνητα, μετατρέποντας την αποδοτικότητα σε βασικό κριτήριο έγκρισης και κυκλοφορίας νέων μοντέλων.
Το νέο πρότυπο, με τίτλο «Energy Consumption Limits for Electric Vehicles – Part 1: Passenger Cars», καθορίζει ανώτατα όρια κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας ανάλογα με το βάρος του οχήματος. Για παράδειγμα, ένα ηλεκτρικό επιβατικό αυτοκίνητο με μικτό βάρος περίπου δύο τόνων δεν θα επιτρέπεται να καταναλώνει περισσότερες από 15,1 kWh ανά 100 χιλιόμετρα. Τα όρια διαφοροποιούνται κλιμακωτά, ώστε να λαμβάνονται υπόψη το μέγεθος και η κατηγορία κάθε μοντέλου.
Σε αντίθεση με προηγούμενες κατευθυντήριες οδηγίες, οι οποίες είχαν προαιρετικό χαρακτήρα, το νέο πλαίσιο είναι δεσμευτικό και συνοδεύεται από ουσιαστικές συνέπειες για τους κατασκευαστές. Τα μοντέλα που δεν συμμορφώνονται με τις προδιαγραφές δεν θα μπορούν να εγκριθούν για πώληση, ενώ η συμμόρφωση θα αποτελεί πλέον προϋπόθεση και για την πρόσβαση σε κρατικά κίνητρα, όπως φορολογικές απαλλαγές ή επιδοτήσεις.
Στόχος της κινεζικής κυβέρνησης δεν είναι απλώς η περαιτέρω αύξηση των πωλήσεων ηλεκτρικών οχημάτων, αλλά η ποιοτική αναβάθμιση του στόλου. Οι νέοι κανόνες επιχειρούν να περιορίσουν την τάση αύξησης του βάρους και του μεγέθους των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, ενθαρρύνοντας τους κατασκευαστές να επενδύσουν σε πιο αποδοτικά συστήματα μετάδοσης, βελτιωμένη αεροδυναμική και συνολικά πιο αποδοτικό σχεδιασμό, αντί για απλή αύξηση της χωρητικότητας των μπαταριών.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αρμόδιων αρχών, η εφαρμογή των νέων ορίων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση της πραγματικής αυτονομίας των ηλεκτρικών οχημάτων κατά περίπου 7%, χωρίς αλλαγή στο μέγεθος της μπαταρίας. Παράλληλα, τα νέα πρότυπα είναι κατά περίπου 10-11% αυστηρότερα σε σχέση με τα προηγούμενα μη υποχρεωτικά όρια, σηματοδοτώντας μια σαφή σκλήρυνση της πολιτικής στον τομέα της ενεργειακής αποδοτικότητας.
Η κίνηση αυτή ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά τόσο Κινέζους όσο και διεθνείς κατασκευαστές που δραστηριοποιούνται στην κινεζική αγορά, καθώς θα απαιτήσει τεχνικές προσαρμογές σε υφιστάμενες πλατφόρμες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αναθεώρηση της στρατηγικής ανάπτυξης νέων μοντέλων. Ταυτόχρονα, η Κίνα θέτει ένα παγκόσμιο προηγούμενο, ανοίγοντας τη συζήτηση για το κατά πόσο παρόμοια υποχρεωτικά πρότυπα αποδοτικότητας θα μπορούσαν να υιοθετηθούν και σε άλλες μεγάλες αγορές στο μέλλον.
